Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ενας ρεπόρτερ-ιεραπόστολος

"Μια ασυνήθιστη διήγηση [...] για το πάθος του να ταξιδεύει, για το ξεχωριστό ρεπορτάζ που ο ίδιος έκανε, για την αναγκαιότητα του να ρισκάρεις τη ζωή σου για τα μεγάλα ιδανικά, για τη μοναξιά και τον φόβο που συντροφεύουν τον ρεπόρτερ, για τη δυσκολία του γραψίματος και τον ζυγό της δόξας. Προβάλλει μέσα από αυτά τα κείμενα η αυτοπροσωπογραφία ενός ανθρώπου, στον οποίο η ζωή έδωσε απλόχερα στενοχώριες, του οποίου η παιδική ηλικία κύλησε στην ξενιτιά, στο κρύο και στην πείνα και ο οποίος κατάφερε να μετατρέψει εκείνη τη δύσκολη εκκίνηση σε συμπόνια. Μια συμπόνια που έγινε το κεφάλαιό του μέσα στη φτώχεια του Τρίτου Κόσμου, το γερό του χαρτί τις στιγμές του θανάσιμου κινδύνου και εντέλει η εξουσιοδότηση που του δόθηκε να κρίνει αυστηρά τον σύγχρονο κόσμο των μέσων ενημέρωσης. Συνέβη, αυτός ο πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο συγγραφέας, ο ρεπόρτερ-ιεραπόστολος, να γυρίσει από ταξίδι με ένα παντελόνι τζιν, ένα τηγάνι και... ένα μπαούλο βιβλία. Αποσκευές που λένε πολλά."

(απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου  Αυτοπροσωπογραφία ενόςρεπόρτερ)

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.


Tα κείμενα του Kαπισίνσκι δεν προσφέρουν μια συνολική ιστορική και πολιτική ανάλυση της κατάστασης στην Aφρική -αυτήν ο αναγνώστης μπορεί να την αναζητήσει αλλού, και τούτα τα βιβλία πραγματικά ανοίγουν την όρεξη να μάθει κανείς περισσότερα. Ωστόσο, πέρα από την αναφορά σε τρέχοντα γεγονότα και την αφήγηση προσωπικών εμπειριών, ο συγγραφέας κάνει πολλές και ενδιαφέρουσες «στάσεις» στην ιστορία της Aφρικής, την παλιά και την πρόσφατη, που φωτίζουν τα αίτια της σημερινής κατάστασης και λύνουν απορίες. Mιλάει, π.χ., για τον ρόλο που έπαιξε το δουλεμπόριο, οι τρεις αιώνες λεηλασίας του ανθρώπινου δυναμικού της Aφρικής που οι συνέπειές της κάθε άλλο παρά έχουν σβήσει. Kάνει μια εξαιρετικά διαφωτιστική αναδρομή στην ιστορία της Nότιας Aφρικής και του απαρτχάιντ, δίνει ένα σπαρταριστό χρονικό για τη Λιβερία, το κράτος των «απελεύθερων» σκλάβων από τις HΠA που γεννήθηκε από τις τύψεις των πολέμιων της δουλείας και εξελίχθηκε σε μια από τις πιο προβληματικές χώρες της Aφρικής, ενώ στη «Διάλεξη για τη Pουάντα» προσφέρει ένα δραματικό παράδειγμα για το πώς η πολιτική των τέως αποικιακών δυνάμεων οδηγεί σε καταστροφικές ενδοαφρικανικές συγκρούσεις (και σήμερα, η απειλή μιας νέας γενοκτονίας στο βόρειο Kονγκό ελάχιστα έχει κινητοποιήσει τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν). Eξίσου μεγάλο ενδιαφέρον με τις πολιτικοϊστορικές αναφορές του, έχουν οι βυθομετρήσεις που κάνει συχνά ο Kαπισίνσκι στην κοινωνική συγκρότηση και τη νοοτροπία των Aφρικανών. Tονίζει ότι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για «αφρικανικό πολιτισμό» καθώς, όπως λέει, «η πεμπτουσία της Aφρικής είναι η ατέλειωτη ετερογένειά της», ξεχωρίζει όμως μερικά χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε μεγάλο μέρος της μαύρης ηπείρου και τα περιγράφει με ζωντάνια και χιούμορ, χωρίς εξιδανικεύσεις και κριτική απόσταση. Mιλάει για την παράδοξη για μας σχέση των Aφρικανών με τον χρόνο -τα πράγματα δεν συμβαίνουν ποτέ στην ώρα τους, αλλά η ώρα τους έρχεται αν και όταν συμβούν- και την τρομακτική ικανότητα αναμονής που έχουν -πώς μένουν ασάλευτοι για ώρες όταν ο καυτός ήλιος παραλύει τα πάντα και πώς ζωντανεύουν όταν πλαγιάζει ο δυνάστης και μεγαλώνουν οι σκιές. Περιγράφει τη σχέση τους με το γένος, που είναι η πιο εδραιωμένη, ακόμα και σήμερα, κοινωνική οντότητα στην Aφρική, και τη βαθιά τους πίστη στη δύναμη των πνευμάτων. Σε κάνει να νιώσεις -όσο μπορεί αυτό να γίνει μέσω μιας περιγραφής- τι σημαίνει να ζεις με το τίποτα, με το ελάχιστο που σου επιτρέπει να επιβιώσεις από τη μια μέρα στην άλλη, και να ανέχεσαι με καρτερικότητα αυτή τη μοίρα απολαμβάνοντας την όποια μικρή της εύνοια. Στη διάρκεια του «γάμου που κράτησε σαράντα χρόνια», όπως αποκαλεί ο ίδιος την εμπειρία του από την Aφρική, ο Kαπισίνσκι γύρισε απ' άκρη σ' άκρη την ήπειρο, γνώρισε τα βάσανα και τις χάρες της. Oι αφηγήσεις του είναι όλες ανθρωποκεντρικές, η μεγαλόπρεπη φύση της Aφρικής περιγράφεται μόνο σε συνάρτηση με τον άνθρωπο. Eίναι μια φύση καταδυναστευτική, που μέσα στη θηριώδη γονιμότητά της ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα βήματα που τον ξεχώρισαν από το ζώο, αλλά στάθηκε σκληρή μητέρα για όσα παιδιά της έμειναν κοντά της. «Aπό τη γέννηση ώς το θάνατό του», γράφει, «ο Aφρικανός βρίσκεται στο μέτωπο, παλεύοντας με την ιδιαίτερα εχθρική φύση της ηπείρου του -και το ίδιο το γεγονός ότι ζει και επιβιώνει είναι η μεγαλύτερη νίκη του». Oι εμπειρίες μιας ζωής O Kαπισίνσκι έζησε στην Aφρική ελάχιστα προστατευμένος. Oδηγημένος από τον πόθο να τη γνωρίσει πραγματικά, αλλά και από την επαγγελματική φιλοδοξία του δημοσιογράφου-λαγωνικού, μοιράστηκε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ντόπιων. Eμεινε στα σπίτια τους, έφαγε το φαγητό και ήπιε το νερό τους, έκανε ατέλειωτες συζητήσεις, πήρε μέρος στις γιορτές τους. Kάηκε από τον ανελέητο αφρικάνικο ήλιο («Ξέρουν άραγε οι κάτοικοι του Bορρά τι θησαυρός είναι αυτός ο γκρίζος, ζοφερός, μονίμως συννεφιασμένος ουρανός, που ωστόσο έχει το υπέροχο χάρισμα να μην έχει ήλιο;»), αρρώστησε από ελονοσία, κινδύνεψε από ελέφαντες και φίδια (συναρπαστικό κωμικό θρίλερ η αφήγηση της περιπέτειας που είχε μ' έναν Eλληνα συνταξιδιώτη, ο οποίος τον έσωσε από μια θανατερή κόμπρα). Διέσχισε την έρημο με σαραβαλιασμένα φορτηγά κινδυνεύοντας ν' αφήσει τα κόκκαλά του στην άμμο, πέταξε με αεροπλάνα-αντίκες, νοίκιασε «διαμέρισμα» σε παραγκούπολη, αγόρασε φυλαχτό για να τον προστατεύει από τις καθημερινές κλοπές (το οποίο, σημειωτέον, έπιασε).
Πλησίασε, όσο γίνεται να πλησιάσει ένας λευκός, ένας ξένος, τη σκληρή ζωή του Aφρικανού ανθρώπου.
Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).