Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

φτωχών μεταναστών πάσα γή τάφος

Ο Αφγανός Μοχάμεντ-Αλί Αζίμι θα είναι σήμερα 16 ετών. Εδώ και δυο χρόνια δεν έχει δώσει σημεία ζωής και ο πατέρας του πίσω στην πατρίδα τους -γνωρίζοντας ότι ο γιος του ταξίδεψε για τη Μυτιλήνη- φοβάται το ενδεχόμενο να μη βρίσκεται στη ζωή και να πνίγηκε στη διαδρομή για το νησί... Υπάρχουν και πολλές άλλες περιπτώσεις συγγενών που έπειτα από δύο ή τρία χρόνια αναζητούν τους ανθρώπους τους, οι οποίοι μπορεί να έχουν ταφεί στη Μυτιλήνη και ύστερα από κάποια χρόνια τα ίχνη τους να έχουν χαθεί. Για τρία χρόνια περίπου οι σοροί τους θάβονται σε λάκκους στο πίσω μέρος του νεκροταφείου του Αγίου Παντελεήμονα της πόλης, με μια μικρή μαρμάρινη πλάκα που αναγράφει τον κωδικό αριθμό τους, σε περίπτωση που κάποιος τους αναζητήσει. Μετά την εκταφή τους τα οστά τους καταλήγουν στα αζήτητα. Στο χωνευτήρι του νεκροταφείου. Με τα κόκαλα των απόρων. Κοινή η μοίρα των φτωχών, είτε είναι χριστιανοί είτε μουσουλμάνοι. Είτε Ελληνες είτε Αφγανοί... Ο δρόμος για αυτό που θεωρούν Γη της Επαγγελίας καταλήγει σε υγρό τάφο για κάποιους από τους πρόσφυγες που, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, ταξιδεύουν μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, μέσα σε μικρές βάρκες από τα απέναντι παράλια και οι περισσότεροι, χωρίς να γνωρίζουν κολύμπι. Δεκάδες φορές η θάλασσα σε ακτές του νησιού έχει ξεβράσει πτώματα νέων ανθρώπων, ακόμη και παιδιών. Οι περισσότεροι δεν έχουν πάνω τους στοιχεία κι αυτό γιατί πολλές φορές δεν θέλουν να δηλώσουν την πραγματική χώρα προέλευσής τους. Νεκροψία Από εκεί ξεκινά μια ολόκληρη διαδικασία από τις υπηρεσίες, όπως προβλέπεται από τον νόμο, για την καταγραφή τους. Γίνεται τυπική νεκροψία στις σορούς τους και συνήθως το πόρισμα αναφέρει «πνιγμός εντός θαλασσίου ύδατος». Το Λιμεναρχείο αναλαμβάνει να φωτογραφήσει το πτώμα απ' όλες τις πλευρές (μπορεί να χρειαστούν και 50 φωτογραφίες για ένα θύμα πνιγμού), ενώ λαμβάνονται και δακτυλικά αποτυπώματα. Σε περίπτωση που η σορός είναι σε προχωρημένη σήψη, μπορεί ο γιατρός που στην περίπτωση της Μυτιλήνης εκτελεί χρέη ιατροδικαστή να αφαιρέσει μέρος του δέρματος και όργανα, τα οποία στέλνονται στο Καποδιστριακό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου και παραμένουν ώστε με τη μέθοδο του DNA να μπορεί στο μέλλον να αναγνωριστεί από συγγενείς η ταυτότητα του θύματος. Τα έξοδα ταφής των προσφύγων στη Λέσβο αναλαμβάνει εδώ και χρόνια η νομαρχία, η οποία ειδοποιεί τα γραφεία τελετών για τις παραπέρα ενέργειες. Οι σοροί τοποθετούνται σε φέρετρα και θάβονται σε πρόχειρους τάφους σε μιαν άκρη στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί, ώς τώρα, έχουν ταφεί περίπου 50 άτομα, ενώ δυο-τρία έχουν ταφεί στο νεκροταφείο της Αγίας Κυριακής. Ο Γιώργος Δρακούλας, στο βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Εγώ, ο Ελληνας μετανάστης», γράφει για τη διαδικασία αυτή: «(...) έχω παραβρεθεί σε μια δεκαπενταριά κηδείες προσφύγων. Παρευρίσκομαι στις κηδείες για να μην θάβονται σαν σκυλιά, μόνοι τους, χωρίς προσευχή. Νομίζω πως οι μανάδες τους θα είναι λιγότερο στεναχωρημένες αν ξέρουν πως τους κάνουμε μια απλή έστω τελετή». Και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «5 Δεκεμβρίου 2004 και πάλι βρίσκομαι στο κοιμητήριο του Αγίου Παντελεήμονα, τι σύμπτωση! Με τον Μοχαμεντί (σ.σ. πρόσφυγας από το Αφγανιστάν που εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη), συνοδεύουμε δυο αμούστακα παλικάρια. Η λάσπη πάλι κολλάει στα παπούτσια μου. Το μέρος όπου θάβονται οι πρόσφυγες είναι ένας παλιός ομαδικός τάφος όπου στην Κατοχή θάβονταν οι Μυτιληνιοί που πέθαιναν από την πείνα...». Κάθε τάφος χωρίζεται από τον άλλο με μερικούς μικρούς πλίνθους που τοποθετούνται πρόχειρα γύρω γύρω. Τον χειμώνα, όταν φουντώνει το γρασίδι, οι μικρές πέτρες «χάνονται» μέσα στα χόρτα και οι τάφοι γίνονται ένα με τον χώρο. Μπορεί άνετα κάποιος να πατήσει πάνω τους αν δεν τους διακρίνει έγκαιρα. Τα γραφεία κηδειών κάνουν τη δουλειά τους μέχρι τη στιγμή που γίνεται η ταφή, από εκεί και πέρα, όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά απολύτως μέριμνα για τους ανθρώπους αυτούς. «Κάνουμε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες», μας λέει η υπεύθυνη του γραφείου κηδειών Δούκα. «Οι σοροί τοποθετούνται σε φέρετρα και θάβονται σε τάφους, ενώ βάζουμε και μια μικρή πλακίτσα με το όνομα ή τον κωδικό αριθμό του πρόσφυγα». Ο κωδικός αριθμός βγαίνει από τον αριθμό κατά σειρά των «αγνώστου ταυτότητας» νεκρών που έχουν βρεθεί και το έτος (π.χ. 1-2006). Αν οι συγγενείς αναζητήσουν τους ανθρώπους τους μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από τη στιγμή της ταφής τους, μπορεί και να είναι τυχεροί και να τους βρουν. Σε πολλές περιπτώσεις οι πλακίτσες πάνω από τους τάφους χάνονται έπειτα από μερικούς μήνες ενώ μετά την εκταφή, τα οστά των νεκρών προσφύγων καταλήγουν στο «χωνευτήρι» μαζί με τα οστά των απόρων. Από εκεί και πέρα χάνονται οριστικά τα ίχνη τους. Ο φροντιστής του νεκροταφείου του Αγίου Παντελεήμονα λέει πως «βάζουν πάνω από τους τάφους πλακίτσες με τον αριθμό τους, όμως το καλοκαίρι έρχονται Αλβανοί εργάτες και καθαρίζουν το νεκροταφείο και τότε έχει συμβεί κάποιες φορές, μαζί με άλλα, να πετάνε και τις πλακίτσες αυτές. Δυστυχώς αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε εμείς πάντα να το ελέγξουμε». Οσο για την τύχη των οστών μετά την εκταφή, ο ίδιος μας είπε πως «δεν υπάρχει δυνατότητα να φυλαχθούν σε κασάκια και από τη στιγμή που κανείς δεν αναλαμβάνει και την οικονομική κάλυψη, τα οστά καταλήγουν στο χωνευτήρι μαζί με άλλα. Δεν έχουμε και περιθώριο να τους διατηρήσουμε στους τάφους γιατί υπάρχει μεγάλο πρόβλημα έλλειψης χώρου. Δεν μας έχει πει κανείς τι άλλο πρέπει να κάνουμε. Πρόσφατα μας ζήτησαν ξένοι διερμηνείς να σταματήσουμε να κάνουμε εκταφές μέχρι να βρεθεί λύση».

Του ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΑΛΑΣΚΑ δημσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία