Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Compañero Presidente

"...Αντιμετωπίζοντας αυτά τα γεγονότα, δηλώνω στους εργάτες. Δεν θα παραιτηθώ! Είναι μια ιστορική στιγμή και θα πληρώσω με τη ζωή μου για την αφοσίωση του λαού μου. Είμαι βέβαιος πως οι σπόροι που φυτεύθηκαν στις αξίες συνείδησης εκατομμυρίων Χιλιανών, θα καρπίσουν. Αυτοί έχουν την εξουσία, αυτοί είναι οι κατακτητές.
Όμως ούτε το έγκλημα, ούτε η βία μπορούν να διακόψουν την κοινωνική εξέλιξη. Η ιστορία είναι δική μας, η ιστορία γράφεται από τους λαούς. Εργάτες της πατρίδας μου, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για την διαρκή σας αφοσίωση για την εμπιστοσύνη σας σε έναν άνθρωπο που απλώς εξέφρασε τη μακρόχρονη αναμονή σας για δικαιοσύνη..."
 


Από τους μεγάλους τελευταίους μάρτυρες στο διεθνές εικονοστάσιο εκείνων που δεν έκαναν άλλο από το να υπηρετούν τις ιδέες που διακονούν την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, στο ίδιο εικονοστάσιο με τον Αργεντινό γιατρό Τσε Γκεβάρα και με τον Κολομβιανό ιερέα Καμίλο Τόρες, ο Χιλιανός Σαλβαδόρ Ιζαμπελίνο Αλιέντε Γκόσενς, δώρισε τη ζωή του, κυριολεκτικά, στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Αλλεπάλληλες διώξεις, φυλακίσεις, απόπειρες δολοφονίας, συνωμοτικά σχέδια εναντίον του με την υπογραφή της διαβόητης CIA, και από την άλλη μεριά μια αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα να υπερβαίνουν οι χειμαζόμενες λαϊκές μάζες την οδύνη και να ανελίσσονται κοινωνικά και οικονομικά, να ποια ήταν η διελκυστίνδα της ζωής αυτού του σεμνού αγωνιστή, του πολιτικού που δεν έχανε ποτέ το διάσημο χαμόγελό του, σήμα κατατεθέν μαζί με τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά και το κομψό μουστάκι του. Ήταν παγκοσμίως ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος μαρξιστής πρόεδρος μιας χώρας, αλλά δυστυχώς δεν ήταν ο πρώτος «φίλος του λαού» που έμελλε να πέσει νεκρός υπερασπιζόμενος τα ιδεώδη του.








Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε γεννήθηκε πριν από έναν αιώνα, στις 26 Ιουνίου του 1908, και έφυγε από τον κόσμο με μια σφαίρα, τριάντα πέντε χρόνια πριν, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, στη διάρκεια ενός από τα πιο βάναυσα πραξικοπήματα του 20ού αιώνα, που οδήγησε μάλιστα στην ανάληψη της εξουσίας από μια αιμοσταγή χούντα. Σαράντα ολόκληρα χρόνια, από έφηβος ήδη, ο Αλιέντε αγωνίστηκε και μόχθησε για τον χιλιανό λαό και για την πρόοδο της Λατινικής Αμερικής. Συνδέθηκε φιλικά με ισχυρές προσωπικότητες όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Πάμπλο Νερούδα, αλλά ο μέντοράς του και ο άνθρωπος που τον διέπλασε πνευματικά και πολιτικά ήταν ένας αναρχικός τσαγκάρης, ιταλικής καταγωγής, ο Χουάν ντε Μάρτσι.
Οι γονείς του Αλιέντε, ο δικηγόρος Σαλβαδόρ Αλιέντε Κάστρο και η συμβολαιογράφος Λάουρα Γκρόσενς Ουρίμπε ήσαν ευυπόληπτοι φιλελεύθεροι αστοί, δραστήριοι πολιτικά, ενώ ο παππούς του, διαπρεπής γιατρός, είχε ιδρύσει ένα από τα πρώτα μη-θρησκευτικά σχολεία στη Χιλή. Ο Αλιέντε αποφάσισε να ακολουθήσει το λειτούργημα του παππού του και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Χιλής. Παραλλήλως, οργανώνει έναν όμιλο για τη μελέτη της μαρξιστικής θεωρίας, εκλέγεται Αντιπρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης, αγωνίζεται ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Κάρλος Ιμπάνεθ ντελ Κάμπο, γίνεται τον Απρίλιο του 1933 συνιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και εν συνεχεία πρόεδρος του τοπικού του τμήματος στη γενέθλια πόλη του, το Βαλπαραΐσο, ενώ την ίδια χρονιά υποστηρίζει και εκδίδει τη διδακτορική διατριβή του, με θέμα «Πνευματική Υγεία και Εγκληματικότητα», όπου ασκεί κριτική στις ρατσιστικές θέσεις του Τσέζαρε Λομπρόζο.
Στα 1938, πέντε χρόνια μετά, και ύστερα από ασίγαστη πολιτική δράση, συνοδευόμενη κατά τα ειωθότα από διώξεις και φυλακίσεις, ο χαμογελαστός σοσιαλιστής γιατρός θα εκλεγεί βουλευτής, έχοντας αναλάβει την ευθύνη της προεκλογικής εκστρατείας του Λαϊκού Μετώπου, με επικεφαλής τον Πέδρο Αγκίρε Σέντρα και με κεντρικό σύνθημα «Ψωμί, Στέγη, Δουλειά». Θα αναλάβει, αμέσως μετά την εκλογική νίκη, τα αρμόζοντα καθήκοντα του Υπουργού Υγείας, θα προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, υπέρ πάντα των φτωχών και των αδυνάτων, στηρίζοντάς τες και με το συγγραφικό του έργο, με το πόνημά του «Η κοινωνική και ιατρική πραγματικότητα στη Χιλή», ενώ θα οργανώσει κινήσεις διαμαρτυρίας για τις βιαιότητες του ναζιστικού καθεστώτος στη Γερμανία, στέλνοντας μάλιστα τηλεγράφημα στον ίδιο τον Χίτλερ. Δύο χρόνια μετά, στις 17 Μαρτίου του 1940, ο Αλιέντε θα παντρευτεί την καθηγήτρια ιστορίας και γεωγραφίας, καθώς και βιβλιοθηκάριο, Ορτανσία Μπούσι Σότο, η οποία του χάρισε τρεις θυγατέρες, την Κάρμεν Παζ, την Βεατρίκη, και τη Ισαβέλλα, και τον συντρόφεψε ως την ύστατη πνοή του.

Ο Αλιέντε θα εκλεγεί βουλευτής στα 1941, και από τότε έως την ανάδειξή του σε 56ο Πρόεδρο της Χιλής, δεν θα απουσιάζει από τη γερουσία και το κοινοβούλιο της χώρας του, ενώ στα 1952, 1958 και 1964 θα είναι υποψήφιος για την προεδρία, με το Λαϊκό Μέτωπο Δράσης. Αστειευόμενος κάποτε για τις τρεις ατελέσφορες προεκλογικές του εκστρατείες, συνθέσει το επιτύμβιό του, «Ενθάδε κείται ο επόμενος Πρόεδρος της Χιλής». Ανεξάρτητο πνεύμα και θιασώτης του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ο Αλιέντε θα εμμένει πάντα στις απόψεις του και θα παραμένει ειλικρινής μέσα στο λαβυρινθώδες και χαοτικό πεδίο της Χιλής και γενικότερα της Νότιας Αμερικής, δίχως βεβαίως να πάψει να ελίσσεται, να συνάπτει συμμαχίες, να γοητεύει φίλους και να τρομοκρατεί, με τις ιδέες του, ιδίως με τα σχέδιά του για εθνικοποιήσεις επιχειρηματικών κολοσσών, τους Αμερικανούς ηγέτες. Όσο πιο δημοφιλής γινόταν ο ανθρωπιστής γιατρός, τόσο πιο πολύ μηχανεύονταν σενάρια για την υπονόμευση και την εξόντωσή του οι αξιωματούχοι της CIA.Δεν ήταν εύκολη δουλειά να αντιμετωπίσουν οι κύριοι αυτοί έναν πολιτικό άντρα που το 1953, ημερομηνία θανάτου του Στάλιν, εγκωμίασε τον σοβιετικό ηγέτη ως λαοπρόβλητη προσωπικότητα, αλλά δεν δίστασε να καταγγείλει τις επεμβάσεις του ρωσικού στρατού, τόσο στην Ουγγαρία το 1956 όσο και στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Κι ακόμα, μετά το 1959, και τη ανάληψη της εξουσίας στην Κούβα από τον Κάστρο, οι Αμερικανοί ταράζονται από τις φιλικές σχέσεις των δύο αγωνιστών, και από την αποτρόπαια γι’ αυτούς προοπτική να γίνει η Χιλή μια νέα κόκκινη Κούβα.
Είναι υπέρογκα τα ποσά, με τα οποία η CIA χρηματοδότησε αντιπάλους του Αλιέντε και σχέδια εναντίον του και τα οποία αποκαλύφθηκαν μόλις πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για έναν χορό εκατομμυρίων δολαρίων, άλλοτε για την ενθάρρυνση και τη στήριξη άλλων υποψηφίων για τον προεδρικό θώκο, και άλλοτε, στη διάρκεια της προεδρίας του Αλιέντε, για την πρόκληση και ενίσχυση απεργιών, όπως των φορτηγατζήδων, που λίγο έλειψε να οδηγήσουν σε χαοτική οικονομική και κοινωνική κατάσταση τη Χιλή.
Όπως και να ’χει, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, ηγούμενος της Λαϊκής Ένωσης, της χιλιοτραγουδισμένης Unidad Popular, κερδίζει στις 4 Σεπτεμβρίου του 1970, τις προεδρικές εκλογές, και στις 3 Νοεμβρίου αναλαμβάνει την προεδρία, για να αρχίσει πάραυτα, και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών εξαγγελιών του, του περιλάλητου «χιλιανού δρόμου προς το σοσιαλισμό», με εθνικοποιήσεις ορυχείων χαλκού και τραπεζών, οργάνωση του εθνικού συστήματος υγείας, τόνωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, μείωση των τιμών και αύξηση των ημερομισθίων, αναδιανομή γαιών, στήριξη των αυτοχθόνων Ινδιάνων, περιορισμό των εισαγωγών και επέκταση των εξαγωγών, και τόσα άλλα που έδωσαν στο σύνθημα «Venceremos» μια πρακτική υπόσταση. Οι δεξιοί, συνεπικουρούμενοι από ηγέτες του στρατού της Χιλής και από τζιμάνια της CIA, που δρουν ασύστολα με τις ευλογίες του Χένρι Κίσιντζερ, προσπαθούν επιμόνως να του κάνουν τον βίο αβίωτο. Οργανώνουν απαγωγές και δολοφονικές απόπειρες κατά συνεργατών του, προβαίνουν σε συστηματική εξαφάνιση βασικών προϊόντων ώστε να δημιουργηθεί κλίμα δυσαρέσκειας κατά του Αλιέντε, ενώ ασκούν ασφυκτική πίεση ώστε να προωθηθούν στην κυβέρνησή του άνθρωποι ελεγχόμενοι από αυτούς. Ο ίδιος ο Ρίτσαρντ Νίξον δίνει εντολή να υπονομευτούν με κάθε τρόπο οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Χιλιανού Προέδρου, διαθέτοντας μάλιστα 10 εκατομμύρια (!)δολάρια για τον σκοπό αυτό. Εκπονούνται από τη CIA τα σχέδια «Track I» , «Track II» και «Project FUBELT», από τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί κάποια έγγραφα που μαρτυρούν για την βρόμικη ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ άλλα παραμένουν απόρρητα, με κεντρικό στόχο τη βύθιση της Χιλής σε δεινή οικονομική κατάσταση, τη δυσφήμηση του Αλιέντε, και την ανατροπή του καθεστώτος.
Φήμες για στρατιωτικό πραξικόπημα κυκλοφορούν, ευρέως και εντόνως, ήδη από τα 1972. Στις 29 Ιουνίου του 1973, ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων κυκλώσει το Προεδρικό Μέγαρο, αλλά ο Αλιέντε καταφέρνει να οδηγήσει σε αποτυχία την απόπειρα των στασιαστών. Τον Αύγουστο αναλαμβάνει Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ, που δεν θα αργήσει καθόλου να γίνει δήμιος της δημοκρατίας, δικτάτορας της Χιλής, και ένας από τους πιο βάναυσους και αιμοσταγείς εξουσιαστές στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Το όνειρο του σοσιαλιστή γιατρού από το Βαλπαραΐσο, το όνειρο για έναν σοσιαλισμό θεμελιωμένο στην ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια, και τη δημοκρατία, θα πνιγεί μέσα στο αίμα, όπως και ο γενναίος ονειρευτής του. Ο συντοπίτης του Αλιέντε, ο Αουγκούστο Χοσέ Ραμόν Πινοσέτ Ουγκάρτε, προλαβαίνει την ιδέα του Προέδρου της Χιλής να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο με ένα δημοψήφισμα, για το οποίο είχε ετοιμάσει ένα διάγγελμα που δυστυχώς ο θάνατος τον εμπόδισε να εκφωνήσει. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο στρατός εξαπολύει τις ορδές του κατά της δημοκρατίας, πολιορκεί και καταλαμβάνει το Προεδρικό Μέγαρο, οδηγεί τον Αλιέντε σε μια θαρραλέα αυτοκτονία, και προχωρεί σε συλλήψεις και δολοφονίες χιλιάδων Χιλιανών. «Δεν το κάναμε εμείς, αλλά συμβάλλαμε στο να δημιουργηθούν, με κάθε δυνατό τρόπο, οι συνθήκες που το επέβαλλαν», είπε ο Κίσιντζερ στον Νίξον. Κάτι που μοιάζει με απόλυτο ορισμό της ταυτολογίας!
Μετά το πραξικόπημα και το θάνατο του Αλιέντε, η επικρατέστερη άποψη ήταν ότι δολοφονήθηκε από τους δολοφόνους της δημοκρατίας, εν συνεχεία όμως φάνηκε να είναι πιο ισχυρή η εκδοχή ότι αυτοκτόνησε, βλέποντας ότι δεν έχει καμία άλλη λύση, και αφού έδωσε την ύστατη μάχη μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο. Άλλοι θέλουν να αυτοκτόνησε με το ντουφέκι AK-47, που του δώρισε σε μιαν επίσκεψή του ο Κάστρο και που έφερε χρυσή πλακέτα με την επιγραφή-αφιέρωση, «Στον καλό μου φίλο Σαλβαδόρ Αλιέντε από τον Φιντέλ που με διαφορετικά μέσα προσπαθεί να επιτύχει τον ίδιο σκοπό». Άλλοι, ωστόσο, διατείνονται ότι αυτοκτόνησε με το προσωπικό του πιστόλι. Σημασία έχει, πάντως, η ηρωική, αξιοπρεπέστατη, έμπλεη ανθρωπισμού και έγνοιας για τον πολίτη προσπάθεια του Αλιέντε να εδραιώσει τις μεταρρυθμίσεις του και να μείνει πιστός στο ιδεώδες και το όραμά του. Κάτι που συνεχίζει να εμπνέει γενιές πολιτικών και πολιτών, και κάτι που συνοψίζεται στα τελευταία λόγια που απηύθυνε από το πολιορκούμενο Προεδρικό Μέγαρο λίγο προτού μια σφαίρα κόψει το νήμα, αλλά όχι και το νόημα, της ζωής του: «Εργάτες της χώρας μου, έχω πίστη στη Χιλή και στο πεπρωμένο της. Άλλοι θα ξεπεράσουν τούτη τη σκοτεινή και πικρή στιγμή της προδοσίας. Να μην ξεχνάτε ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θ’ ανοίξουν και πάλι για να διαβούν άνθρωποι ελεύθεροι που θα οικοδομήσουν μια καλύτερη κοινωνία. Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο λαός! Ζήτω οι εργάτες!»

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Δημοσιεύτηκε στο «Έψιλον» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας