Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

"Πολεμάμε κάθε ασθένεια , ακόμα και την αδικία"


"...Με τίποτις δεν τσακώθηκα τόσο, όσο μ’ αυτά τα «απαγορεύεται». Έβλεπα σ’ ένα μέρος ανθρώπους, κοιτούσα και τον εαυτό μου… ανθρωπάκι ήμουνα κι εγώ. Έκανα να μπω… με γάντζωνε απ’ το λαιμό το «απαγορεύεται». Έβλεπα παιδάκια να γελάνε και να πέφτουν στην άμμο. Όμορφο παιχνιδάκι. Πήγαινα να πέσω στην άμμο κι εγώ κι έπεφτα απάνου στο «απαγορεύεται». Μπούχτισα, το οχρεύτηκα και δεν το ξαναζύγωσα… Είχα μάθει πια – κι ας μ’ έπνιγε ένας κόμπος στο λαιμό – πως τούτη δω ήταν η τάξη του κόσμου. Κακιά, άσχημη,… μα τι να πεις; Αυτή ήταν..." Μενέλαος Λουντέμης

Καθόταν στην άκρη στο Πολυιατρείο κλαμένος περιμένοντας τη μάνα του να πάρει λίγα τρόφιμα. Μαι ιστορία προσωποποίηση της δυστυχίας. Κάτι χιλομπαλωμένα χαχόλικα ρούχα, διελυμένες προιστορικές ελβυέλες "ντυνανε" 'ενα μαυριδερό κορμί και δυό μάτια κάρβουνα.
" Τι έχεις?
Θέλω να ξαναπάω σχολείο τώρα που γυρίσαμε.
Και ποιός σε εμποδίζει?
Πήγαμε να γραφτώ και ο διευθντής με έδιωξε.
Γιατί?
Μου είπε πως είμαι γυφτάκι και δεν έχω καμιά δουλειά να βρωμίζω το σχολείο του..."
Είδα γύρω μου τους συνήθως γλυκομίλητους και ήρεμους εθελοντές να αγριεύουν, "που να ξερε που έμπλεξε τώρα ο φουκαράς ο κος Διευθυντής" σκέφτηκα μέσα μου
Θυμήθηκα ένα παλιό σλόγκαν των Γάλλων Γιατρών του Κόσμου που μου είχε κάνει εντύπωση "Πολεμάμε κάθε ασθένεια , ακόμα και την αδικία" Χαμογέλασα
Του σκούπισα τα δάκρυα. "βάζουμε στοίχημα πως και σχολείο θα πάς και πως την μέρα το αγιασμού όλοι τούτοι εδώ με τις άσπρες μπλούζες θα είναι εκεί να σε καμαρώνουν?"