Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Εις τον Δαίμονα εαυτού

κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάση νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής -- τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης, και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση... Κώστας Καρυωτάκης Τα «βελάκια» στους τοίχους του παρισινού κοιμητηρίου Περ Λασέζ και τα γκράφιτι στους ίδιους τοίχους οδηγούν αλάνθαστα στην τελευταία του κατοικία ανάμεσα στους μαύρους γρανίτες, εκεί όπου το επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης είναι στα ελληνικά: «James Douglas Morrison - Εις τον Δαίμονα εαυτού». Μπαίνοντας στο Hard Rock Cafe, πάντα στο Παρίσι στο δεξί και το αριστερό σου χέρι υπάρχουν προθήκες με δικά του αντικείμενα. Το δερμάτινο μπουφάν του με την γούνα στο γιακά, χειρόγραφα δικά του, ο ίδιος διάκοσμος κυριαρχεί και μέσα. Ο μύθος του και ο μύθος του συγκροτήματος του οποίου ήταν η ψυχή και η φωνή εξακολουθεί να πουλάει, αλλά όχι μόνο, γιατί από την άλλη εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα. Η κοινωνική βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε το ροκ ήταν οι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κοινωνίες των ΗΠΑ και της Αγγλίας. Το ροκ ήταν η αντίδραση μιας γενιάς που έμπαινε στην εφηβεία μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, μιας γενιάς που ήδη ζούσε κάτω από τον φόβο του πυρηνικού ολέθρου, κάτω από τον φόβο του θανάτου. Η εργατική τάξη αφού έδωσε ξανά το αίμα της στα διάφορα πεδία των μαχών επέστρεψε στην γκρίζα πραγματικότητα, κατά μερικές χιλιάδες άνδρες λιγότερη, χωρίς ωστόσο να έχει εξάγει ολοκληρωμένα πολιτικά συμπεράσματα για την φύση του πολέμου και για την φύση του φασισμού. Ήταν επόμενο όλη η φρίκη του παγκόσμιου μακελειού να αποδοθεί στην «τρέλα» ενός προσώπου, του Χίτλερ, και να μην συνδεθεί βέβαια με τις βαθιές ρίζες τόσο του πολέμου, όσο και του φασισμού. Η νέα γενιά της εργατικής τάξης κι όχι μόνο, με την σειρά της απέδωσε όλη την κατάσταση στους «γέρους» που κυβερνούσαν τον κόσμο και δεν «καταλάβαιναν τίποτα». Το ροκ ήταν μια κραυγή οργής απέναντι σε αυτήν την κατάσταση και ταυτόχρονα μια κραυγή απελπισίας των νέων ανθρώπων που έβλεπαν να υψώνεται μπροστά τους ένας τείχος που κανείς δεν βρέθηκε να τους πει ότι μπορούν να τον γκρεμίσουν. Μπροστά στο αδιέξοδο, στράφηκαν στον εαυτό τους. Το ροκ ήταν η νιότη, το ροκ ήταν η ξεγνοιασιά, το ροκ ήταν η επανάσταση στην μορφή, το ροκ ήταν η δίψα για ζωή, το ροκ είχε ως σύνθημα «να περνάμε καλά, τώρα και γρήγορα». Η κραυγή χωρούσε τελικά στο κατεστημένο και του επέτρεψε να το χειραγωγήσει, να το καταστρέψει και να το φέρει στα μέτρα του, μετατρέποντάς το σε ένα ακόμα προϊόν στα ράφια της καπιταλιστικής αγοράς. Αναμφίβολα η ηγετική φιγούρα των Doors ήταν ο Τζιμ Μόρισον. Γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου 1943 ο Μόρισον θεωρείται από τους πιο χαρισματικούς ερμηνευτές στην ιστορία της ροκ, ενώ ιδιαίτερα σημαντική από την άποψη των ερωτημάτων που έθεσε ήταν η ποιητική του πλευρά καθώς οι στίχοι των Doors δεν έχουν καμία σχέση με ότι ακουγόταν ως τότε στο ροκ. Την σύντομη πορεία του Μόρισον στην ζωή και την τέχνη καθόρισαν οι προσωπικές του εμπειρίες και τα διαβάσματά του. Ο Μόρισον ήταν γιος ναυάρχου του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αφήγηση του Τζων Ντένσμορ, ντράμερ των Doors, αργότερα που έλεγε ότι ο Τζιμ είχε τόσο πολύ ενσωματώσει ασυνείδητα την στρατιωτική πειθαρχία του πατέρα του στο σπίτι που ακόμα και την παραμικρή πρόταση που του έκανε ένας φίλος του, την θεωρούσε διαταγή και αυτό βέβαια τον πίεζε τρομερά ως προσωπικότητα. Ο Ντένσμορ αναφέρει ακόμα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάποια φορά ο Μόρισον που έκανε όχι λίγες φορές χοντροκομμένα αστεία, έκανε κάτι τέτοιο σε αεροπλάνο. Απελπισμένη η αεροσυνοδός φώναξε τον πιλότο. Εκείνος με την στολή του είπε στον Τζιμ «κάθισε κάτω». «Μάλιστα κύριε» είπε ο Μόρισον αμέσως και έμεινε ήσυχος σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι. Ο άλλος δαίμονας που ταλαιπωρούσε ψυχικά τον Μόρισον ήταν η υπερπροστατευτική μητέρα του. Κάτω από αυτό το πρίσμα εξηγείται και το γεγονός ότι έγραψε το The End ένα εμβληματικό τραγούδι που είναι ολόκληρο μια αναφορά στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Σε ό,τι αφορά τα διαβάσματα του ο Μόρισον είχε επηρεαστεί από τους «καταραμένους» λογοτέχνες Γουίλλιαμ Μπλέηκ, Αρθούρο Ρεμπώ, Κάρολο Μπωντλαίρ, Νίτσε και Σελίν, οι οποίοι με το έργο του έθεσαν τρομακτικά ερωτήματα. Ήταν άνοιξη του 1965 όταν οι Beach Boys σάρωναν με τα τραγούδια τους ενώ ακούγονταν κάποιοι ψίθυροι ότι αμερικανοί στρατιώτες πολεμούσαν σε μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Βιετνάμ. Έτσι βίωνε την πραγματικότητα της εποχής του ο νεαρός Τζων Ντένσμορ, παιδί καθολικής οικογένειας στο Λος Άντζελες ο οποίος φοιτούσε στο κολέγιο νιώθοντας όμως ότι έξω από τους τοίχους του ιδρύματος υπήρχε ένας κόσμος που ήθελε να τον ανακαλύψει. Ταυτόχρονα ο Τζων Ντένσμορ μαγευόταν από την μουσική. Άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε ηλικία οκτώ ετών, όμως όταν πήγε στο Γυμνάσιο Ντάνιελ Ουέμπστερ στο Δυτικό Λος Άντζελες, ο διευθυντής της σχολικής μπάντας ο κύριος Αρμουρ του πρότεινε να μάθει ντραμς. Πηγαίνοντας στο κολέγιο συνέχισε να παίζει ντραμς και να ανακαλύπτει την μουσική στα μικρά ή μικρότερα κλαμπ του Λος Άντζελες και μαζί με την μουσική και ορισμένα «άλλα» πράγματα. Τελικά ήταν η μουσική που τον κράτησε. Το 1965 ο Τζων Ντένσμορ συνάντησε άλλο ένα νεαρό τον Ρόμπι Κρίγκερ που έπαιζε κιθάρα. Όπως αναφέραμε ήταν εποχή ψαξίματος, μια εποχή που περνούν οι πάντες. Όλοι θυμούνται τα χρόνια της εφηβείας όταν δεν τους «χωρούσε ο τόπος». Ο Ρόμπι Κρίγκερ έμαθε στον Τζων Ντένσμορ τον διαλογισμό. Σε ένα από τα μαθήματα διαλογισμού ο Τζων συνάντησε έναν πιανίστα, νεαρό κι αυτόν τον Ρέι Μάνζαρεκ ο οποίος του πρότεινε να φτιάξουν ένα συγκρότημα. Η πρώτη πρόβα έγινε σε ένα γκαράζ και εκεί ο Τζων γνώρισε ένα φίλο του Ρέι Μάνζαρεκ που σπούδαζε μαζί με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα στη σχολή κινηματογράφου του πανεπιστημίου του Λος Άντζελες. Το όνομά του ήταν Τζιμ Μόρισον. Ο Τζων Ντέσμορ θυμάται: «Ο δεκαεννιάχρονος Μόρισον ήταν ντροπαλός. Με χαιρέτισε και ξαναγύρισε σε μια γωνιά. Υπέθεσα πως δεν θα ένιωθε άνετα ανάμεσα σε μουσικούς μιας και δεν έπαιζε κανένα όργανο. Καθώς ο Μόρισον κυκλοφορούσε βαριεστημένος στο γκαράζ ψάχνοντας για καμία μπίρα, ο Ρέι χαμογέλασε σαν περήφανος μεγαλύτερος αδελφός, καθώς μου έδωσε ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί. -Ρίξε μια ματιά σε κάτι στίχους του Τζιμ μου είπε. «Ξέρεις η μέρα καταστρέφει τη νύχτα. Η νύχτα χαράζει τη μέρα. Προσπάθησα να τρέξω, προσπάθησα να κρυφτώ να ξεφύγω στην άλλη πλευρά. Τον Ιούλιο του 1965 ο Τζων Ντένσμορ ο Ρέι Μάνζαρεκ,τα αδέλφια του Ρικ και Τζιμ που έπαιζαν επίσης μουσική και ο Τζιμ Μόρισον ηχογράφησαν έξι τραγούδια τα οποία απορρίφθηκαν από όλες τις εταιρείες δίσκων. Ο Τζιμ και ο Ρικ Μάντζαρεκ αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και να ξαναγυρίσουν στο πανεπιστήμιο. Ο Ρέι Μάντζαρεκ θυμήθηκε τον κιθαρίστα Ρόμπι Κρίγκερ ο οποίος μπήκε στο συγκρότημα. Ο Τζων αγαπούσε την τζαζ, ο Ρέι Μάντζαρεκ ήξερε κλασική μουσική, ο Ρόμπι Κρίγκερ αγαπούσε και ήξερε να παίζει μπλουζ, φολκ και φλαμένκο και ο Μόρισον είχε μανία με τους μαύρους τραγουδιστές των μπλουζ. Όλα αυτά μαζί ήταν που επηρέασαν και τελικά διαμόρφωσαν τον ήχο του νέου συγκροτήματος. Του έλειπε το όνομα. «Αν οι πόρτες των αισθήσεων καθαρίζονταν, όλα θα εμφανίζονταν στον άνθρωπο όπως είναι: αέναα» είχε γράψει ο ποιητής Ουίλλιαμ Μπλέηκ τον οποίο είχε διαβάσει ο Τζιμ Μόρισον. Αν οι πόρτες των αισθήσεων… Το συγκρότημα The Doors είχε γεννηθεί. Στις αρχές του 1966 οι Doors άρχισαν να εμφανίζονται ως επαγγελματίες μουσικοί στο κλαμπ «Λονδρέζικη Ομίχλη» - London Fog. Τα χρήματα που έπαιρναν έφταναν ίσα-ίσα να πληρώσουν το νοίκι τους. Στην ουσία δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους πάνω στη σκηνή καθώς και τα τραγούδια τους, ενώ η σκηνική παρουσία του Μόρισον ήταν χάλια, γιατί σπάνια γύριζε προς το κοινό. Ένιωθε ασφαλής κοιτάζοντας τους υπόλοιπους τρεις του συγκροτήματος. Προς μεγάλη τους έκπληξη πήγε να τους ακούσει ο παραγωγός Μπίλι Τζέιμς από την Columbia. Ήταν η εταιρεία που έβγαζε τους δίσκους του Μπομπ Ντύλαν. Του άρεσαν όμως δεν έγινε τίποτα. Τελικά οι Doors απολύθηκαν από το άθλιο London Fog, όμως την ίδια ακριβώς μέρα η Ρόνι Χάραν που έκλεινε καλλιτέχνες για το κλαμπ «Ουίσκι» και η οποία τους είχε δει, γοητευμένη από τον Μόρισον τους προσέλαβε. Τον Μάιο και τον Ιούλιο του 1966 οι Doors άνοιγαν το πρόγραμμα στο κλαμπ, ενώ σε λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο ότι ήταν το πιο μοντέρνο συγκρότημα στην περιοχή. Το σίγουρο είναι πως ήταν διαφορετικοί. Το κοινό τους κοίταζε περίεργα όταν μέσα στο πρόγραμμά τους συμπεριελάμβαναν και το Alabama Song των Μπέρτολντ Μπρεχτ-Κουρτ Βάϊλ, τραγούδι που είχε γράψει ο Μπρεχτ για την όπερα «Το μεγαλείο και η πτώση της πόλης Μαχάγκονι». Αυτό το τραγούδι το είχε προτείνει ο Ρέυ Μάντζαρεκ. Το συμβόλαιο ήταν για ένα χρόνο και η προκαταβολή έφτανε τις 5.000 δολάρια. Η εταιρεία «Ηλέκτρα» προσέφερε στους Doors το πρώτο τους συμβόλαιο. Πραγματοποίησαν μερικές εμφανίσεις στο κλαμπ Οντίν στο Μανχάταν, εκεί όπου άρχισαν να τους παρακολουθούν και φυσιογνωμίες της βιομηχανίας του θεάματος. Ανάμεσά τους και ο μέγας και πολύς Αντι Γουόρχολ που ήθελε να κάνει τον Μόρισον έναν από τους σούπερ σταρς του όπως είπε. Η «μηχανή του κιμά» είχε αρχίσει να παίρνει μπρος. Επιστρέφοντας στο Λος Άντζελες άρχισαν να δουλεύουν το πρώτο τους δίσκο με τον τίτλο The Doors. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου τους οι Doors εμφανίστηκαν στο Σαν Φρανσίσκο το κέντρο της «αντικουλτούρας» όπως ονομάστηκε, η Μέκκα των χίπις, εκεί όπου χιλιάδες λαμπρά μυαλά, νέα παιδιά με ανησυχίες, πελώρια ερωτηματικά και θέληση για ζωή, λόγω ακριβώς έλλειψης προσανατολισμού, αφέθηκαν είτε να καταστραφούν στην κρεατομηχανή των ψυχεδελικών και των ουσιών, είτε όσοι γλίτωσαν στελέχωσαν αργότερα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τερατώδεις μηχανισμούς, από το κράτος ως τα τεράστια τραστ και που ουδόλως ενδιέφερε αν δουλεύοντας για όλους αυτούς εξακολουθούσες να φοράς χρωματιστά πουκάμισα, στρογγυλά διανοουμενίστικα γυαλιά και να έχεις γενειάδα ως τους αστραγάλους. Οι γκουρού των ναρκωτικών -ως τρόπου να βιώσεις αλλιώς την πραγματικότητα- αυτό ήταν το παραμύθι, ήταν βέβαια παρόντες. Το αντιπολεμικό κίνημα, να θυμίσουμε ότι το ροκ πολιτικοποιήθηκε όσο έγινε αυτό μετά το 1968- το αντιπολεμικό κίνημα λοιπόν έπρεπε να καταπνιγεί εν τη γενέσει του και αφού ήταν αδύνατο ή μάλλον ασύμφορο να κατασταλεί με ωμή βία «έπρεπε» να διαβρωθεί για τα καλά από μέσα. Το «άσπρο κουνέλι» των LSD αποδείχθηκε αποτελεσματικότερο από το κλομπ. Ταυτόχρονα οι Doors ήθελαν να είναι κάτι περισσότερο από ένα γκρουπ που διασκέδαζε τον κόσμο. Τους παρακολούθησαν να παίζουν με ανοιχτό το στόμα. Το καλοκαίρι του 1967 οι Doors έδωσαν συναυλίες σε όλες τις ΗΠΑ. Δεν τους προσκάλεσαν στο φεστιβάλ του Μοντερέϊ, εκείνο το περιβόητο καλοκαίρι της αγάπης. Οι Doors δεν χωρούσαν στο σχήμα αγάπη και λουλούδια των χίπις. Αντιπροσώπευαν την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ωστόσο από την άλλη δεν περνούσαν απαρατήρητοι, ιδιαίτερα ο Τζιμ Μόρισον που ήταν έτσι κι αλλιώς μια εκρηκτική προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα που ενώ απαντούσε με χιούμορ και ευφυΐα στα «παγκόσμια» ερωτήματα εντούτοις υπήρχε κάτι «σκοτεινό» που τον βασάνιζε προσωπικά, κάτι που τον τυραννούσε τον έσπρωχνε σε δρόμους σκοτεινούς. Εκείνο το καλοκαίρι ο Τζιμ γνώρισε στο Λος Άντζελες την Πάμελα Κούρσον. Ήταν ένας δεσμός που κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1967 κυκλοφόρησε ο δεύτερος δίσκος των Doors, με τίτλο «Παράξενες μέρες» -Stange Days. Όσο περνούσε ο καιρός οι συναυλίες των Doors εξελίσσονταν σε μια ροκ θεατρική παράσταση. Αυτό ήταν η μια πλευρά που υποδήλωνε ότι ωρίμαζαν ως γκρουπ. Από την άλλη υποδήλωνε ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιούν την βαθμιαία διολίσθησή τους στους κανόνες του θεάματος. Ένα ροκ γκρουπ, δηλαδή, και ειδικά ο τραγουδιστής του «έπρεπε» να συμπεριφέρεται έτσι στην σκηνή. Ταυτόχρονα άρχισαν να μπαίνουν σε ένα τρόπο ζωής που τους ξεπερνούσε. Τα φρικιά με τα μακριά μαλλιά από το Λος Άντζελες θυμάται ο Τζων Ντένσμορ, έμπαιναν πρώτοι στα αεροπλάνα και ταξίδευαν και πρώτη θέση. Καταλάβαινα τι σκέφτονταν οι άλλοι επιβάτες. Οι συνεχείς περιοδείες μας ζάλιζαν, Μερικές φορές δεν ήξερα σε ποια πόλη βρισκόμασταν. Στις 5 Δεκεμβρίου 1967 λίγο πριν από μια συναυλία στο Κονέκτικατ ο Τζιμ Μόρισον είχε ένα ασήμαντο επεισόδιο με ένα αστυνομικό, που όμως κατέληξε στο να περάσει ένα βράδυ στο κρατητήριο. Χρόνια μετά οι υπόλοιποι Doors θα πουν ότι αυτή ήταν η αρχή του τέλους που ακόμα δεν φαινόταν. Ο Μόρισον βυθιζόταν στην άβυσσο. Ο τρίτος δίσκος των Doors είχε τον τίτλο Waiting for the sun. To 1968 οι Doors πραγματοποίησαν μια περιοδεία τριών εβδομάδων στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ απέκτησαν και σωματοφύλακες. Στις 22 Ιανουαρίου 1969 και ενώ ηχογραφούσαν τον τέταρτο δίσκο τους με τον τίτλο «Απαλή Παρέλαση» -The Soft Parade-έδωσαν την μεγαλύτερη συναυλία τους στο Madison Square Garden στην Νέα Υόρκη. Η συναυλία των Doors στο Μαϊάμι ήταν σκέτη καταστροφή. Είχαν πουληθεί χιλιάδες εισιτήρια παραπάνω από όσα χωρούσε η αίθουσα, η κατάσταση ήταν εκρηκτική και ο Μόρισον είχε «ξεφύγει» τελείως. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του για άσεμνη συμπεριφορά με αποτέλεσμα εκτός των άλλων να ματαιωθούν και οι υπόλοιπες συναυλίες τους. Ο Μόρισον μίλησε στο κοινό προτρέποντάς το να μην ανέχεται να το σέρνουν από την μύτη. Αυτό ξεπερνούσε τα όρια. Αμέσως μετατράπησε σε έναν αλήτη σύμβολο ηθικής παρακμής. Το 1970 κυκλοφόρησε ο πέμπτος δίσκος των Doors το «Ξενοδοχείο Μόρισον» -Morisson Hotel. To 1971 κυκλοφόρησε ο έκτος και τελευταίος δίσκος των Doors με τίτλο «Γυναίκα του Λος Άντζελες» -LA Woman. Μετά την ηχογράφηση του δίσκου ο Τζιμ και η Πάμελα Κούρσον έφυγαν για το Παρίσι. Ο Μόρισον είχε επισκεφθεί το Παρίσι το περασμένο καλοκαίρι και τον ενδιέφερε να εγκατασταθεί εκεί και να γίνει συγγραφέας. Στις 16 Ιουνίου μαζί με δύο μουσικούς του δρόμου ηχογράφησε κάποια τραγούδια τα οποία κυκλοφόρησαν το 1994. Ο Τζιμ Μόρισον έφυγε στις 3 Ιουλίου 1971 και μια αχλή μυστηρίου εξακολουθεί να καλύπτει τον θάνατό του. Όταν οι συνομήλικοί του μιλούσαν ακόμα για «αγάπες και λουλούδια» στα μέσα της δεκαετίας του '60 και μετά, ο Τζιμ Μόρισον διάβαζε Αρθούρο Ρεμπό, Ουίλιαμ Μπλέικ και Κάρολο Μποντλέρ. Βαθιά επηρεασμένος από τους «καταραμένους ποιητές», τους προσωπικούς του «δαίμονες» και τη σκοτεινή ρίζα της κραυγής μας, έτσι όπως ακουγόταν στις στροφές των μπλουζ, επιχείρησε να «ενώσει» την ποίηση με το ροκ. Οι «Doors» φόρτωσαν το «κρυστάλλινο καράβι» της ύπαρξής τους και της μουσικής τους με σπαρακτικά ερωτήματα, καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ένα μύθο ο οποίος όμως τους ξεπέρασε. Το «κρυστάλλινο καράβι» τους τσακίστηκε πάνω στα βράχια του αδηφάγου συστήματος, που εν προκειμένω, μέσω της βιομηχανίας του θεάματος, κατάφερε να ενσωματώσει και τελικά να καταστρέψει όλα εκείνα τα λαμπρά μυαλά και τις πραγματικά ευαίσθητες φωνές που «τόλμησαν» να υψώσουν τη φωνή τους. Τα θραύσματα από το καράβι των «Doors» όμως «διακτινίστηκαν» μέσα στα επόμενα χρόνια, θέτοντας ξανά και ξανά μέσα από τα τραγούδια τους, που κι αυτά ζουν, τα ίδια τραγικά για την βαθιά φύση του ανθρώπου ερωτήματα και φέρνοντας πάντα μπροστά μας την αγγελική φυσιογνωμία του «δαίμονα» Τζιμ Μόρισον που «έφυγε» στα 27 του στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1971, αφού όμως πρόλαβε να μας δείξει τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ, Γ. Μηλιώνης