Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Η πόλη των μελλοθανάτων

Δύο καταπληκτικά ντοκυμανταίρ που είδα μου θύμισαν το Βαρανάσι και έναν άλλο κόσμο που αγνοούμε... Το Βαρανάσι, είναι ο ιερός τόπος των ινδουιστών, ό,τι η Μέκκα για τους μωαμεθανούς και τα Ιεροσόλυμα για τους χριστιανούς. Πρόκειται πιθανά για την παλαιότερη πόλη του κόσμου, μιας και κατοικείται αδιάλειπτα τα τελευταία 3.000 χρόνια. Στη Μπενάρες, όπως είναι το άλλο όνομα της πόλης, καταφθάνουν κάθε χρόνο, τουλάχιστον 1 εκατομμύριο πιστοί. Κάποιοι από αυτούς, θέλουν απλά να εξαγνιστούν από τις αμαρτίες τους βουτώντας στα ιερά για αυτούς νερά του Γάγγη. Ενώ άλλοι, καταφθάνουν μετά από ταξίδι ημερών, εβδομάδων ή και μηνών, για να αφήσουν εδώ την τελευταία τους πνοή. Σύμφωνα με τις Βέδες, τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού, όποιος πεθαίνει και αποτεφρώνεται στο Βαρανάσι, κερδίζει την πολυπόθητη λύτρωση. Η ψυχή του απελευθερώνεται από τον αέναο κύκλο των μετενσαρκώσεων και οι αμαρτίες αυτής ή της προηγούμενης ζωής, παύουν πλέον να τον βαραίνουν, καθώς ο ίδιος ο Σίβα ψάλλει στο αυτί του τη μυστικιστική συλλαβή, το αποχαιρετιστήριο μάντρα. με τον διασκορπισμό της τέφρας τους όταν πεθάνουν στα νερά του ιερού ποταμού Γάγγη, Ο θάνατος στο Βαρανάσι, είναι για τους ινδουιστές χαρά και ευλογία. Οι συγγενείς μάλιστα του ετοιμοθάνατου, θεωρούν καθήκον τους να προσφέρουν αυτό το δώρο στους αγαπημένους τους που φεύγουν απ' τη ζωή. Στο Βαρανάσι, οι νεκρικές πυρές δε σβήνουν ποτέ και η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλημμυρίζει τον αέρα. Πιο δίπλα, άνθρωποι πλένονται ή πλένουν τα ρούχα τους στο Γάγγη δίπλα σε ασκητές που κάνουν γιόγκα και πιστούς που προσεύχονται ή συμμετέχουν σε ιεροτελεστίες με λουλούδια και τραγούδια… Χιλιάδες ετοιμοθάνατοι πιστοί καταφθάνουν στο Βαρανάσι και καταλύουν σε ένα από τα εκατοντάδες «ξενοδοχεία μελλοθανάτων» που βρίσκονται στην πόλη. Πολλοί από αυτούς, θα πεθάνουν τις επόμενες ημέρες ή ώρες. Άλλοι όμως, μπορεί να περιμένουν στην πόλη χρόνια «μέχρι να έρθει η λύτρωση». Το ξενοδοχείο με την επωνυμία Μουκτί Μπαουάν (Σπίτι Σωτηρίας) κοντά στα νερά του ποταμού Γάγγη, αποτελεί τον τελικό σταθμό για κάποιους φτωχούς ηλικιωμένους ινδουιστές. Οι τελευταίοι καταλύουν εκεί με την ελπίδα να... καταλήξουν γρήγορα σε μία από τις πυρές για την καύση των νεκρών, οι οποίες ανάβουν καθημερινά στις όχθες του Γάγγη. Ενα προσκυνηματικό ταξίδι στη σημαντική αυτή θρησκευτική πόλη ωστόσο στοιχίζει αρκετά, ενώ πολλοί επιχειρηματίες δεν επιθυμούν να φιλοξενήσουν στις ξενοδοχειακές τους εγκαταστάσεις ανθρώπους οι οποίοι είναι σοβαρά άρρωστοι και πιθανόν να μη βγουν ζωντανοί από το δωμάτιο! Για αυτούς, το «Σπίτι της Σωτηρίας» και τα 12 λιτά δωμάτιά του αποτελούν το ιδανικό κατάλυμα. Η ατμόσφαιρα σε αυτό δεν είναι καθόλου «βαριά». Το αντίθετο: ο θάνατος αντιμετωπίζεται σαν κάτι φυσιολογικό. Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες για τους πιο φτωχούς πελάτες του, ενώ κάποιοι άλλοι πληρώνουν μόνο το ηλεκτρικό ρεύμα και το φαγητό τους. Στο «Σπίτι της Σωτηρίας» δεν υπάρχουν γιατροί, ούτε νοσοκόμες, αλλά τέσσερις ιερείς οι οποίοι προσεύχονται για τους ετοιμοθάνατους. Περίπου 30 με 70 άτομα αφήνουν κάθε μήνα εκεί την τελευταία τους πνοή. Ποιο είναι το μοναδικό πρόβλημα; Η λάθος εκτίμηση της στιγμής του θανάτου (κάτι που μοιάζει άλλωστε περισσότερο με στοίχημα): η διαμονή προβλέπεται μόνο για δύο εβδομάδες. Μετά το συγκεκριμένο διάστημα, οι πελάτες είναι υποχρεωμένοι να ελευθερώσουν το δωμάτιο και να... κάνουν χώρο για άλλους. Η Μανικάρνικα, ένα απ’τα πλέον «δημοφιλή» κρεματόρια στο Βαρανάσι. Πάνω από 250 σοροί παραδίδονται καθημερινά στην πυρά προκειμένου να εξασφαλισθεί έτσι για τους νεκρούς η «μόκσα», η απελευθέρωση δηλαδή απ’ τον κύκλο της μετενσάρκωσης. Ανάμεσα στους πενθούντες συγγενείς, τους διψασμένους για κέρδος μαγαζάτορες και τους κατηφείς εργάτες του κρεματορίου βλέπουμε ομάδες χαρούμενων παιδιών που έχουν μετατρέψει αυτό το νεκροταφείο σε παιδική χαρά και στη μοναδική γι’αυτά πηγή εισοδήματος.Τα Παιδιά της πυράς είναι μια συγκινητική, αληθινή ιστορία, όπως τη διηγούνται επτά απίστευτα παιδιά που επιβιώνουν χάρις στους νεκρούς. Μαζεύουν, αρπάζουν ή κλέβουν μεταχειρισμένα σάβανα απ’τα φέρετρα, τα οποία στη συνέχεια πουλάνε για μικροποσά προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τα ίδια και τις οικογένειές τους. «Σφυρηλατημένα» απ’τη ζέστη της πυράς, σκληραγωγημένα απ’τις αντιξοότητες, και μαθημένα να καθυβρίζονται, τα διαβολάκια αυτά τρέχουν εδώ και κει ανάμεσα στις νεκρικές πυρές, παλεύοντας ενάντια στην περιφρόνηση σ’αυτή την επικράτεια των νεκρών. Τα παιδιά της Πυράς, του Ρατζές Σ. Τζάλα ένα συγκλονιστικό ινδικό ντοκυμανταίρ περιγράφει μια τρομερή ιστορία εκμετάλλευσης, που έχει όμως ως στόχο να αναδείξει τη νίκη της αθωότητας πάνω στις πιο οδυνηρές αλήθειες της ζωής. Aναζητώντας τους Αγκόρι Σάντους Εδώ, στις όχθες του ιερού Γάγγη όπου επιπλέουν τα καμένα πτώματα των πιστών, ο Εξάντας ανιχνεύει τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις, τον τρόπο σκέψης και την κουλτούρα του Ινδουισμού. Η κάμερα καταγράφει τα βαθιά, στοχαστικά λόγια των ινδουιστών ασκητών και στην ηρεμία του βλέμματος τους, αναζητά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Έπειτα, ερευνά την απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, αλλά και το διάστημα ανάμεσα στον παραλογισμό και την κοροϊδία, καθώς περιπλανιέται ανάμεσα στο πλήθος των ασκητών που μπορούν επί χρόνια να στέκονται στο ένα πόδι, να κάθονται σε καρφιά, να μην κοιμούνται, να παραμένουν γυμνοί χειμώνα και καλοκαίρι, να υποβάλλουν το σώμα τους σε κάθε είδους εξωπραγματικό για τα "δικά μας" δεδομένα μαρτύριο. "Επιθυμία μου είναι να βρω το Θεό, να πάω κοντά στο Θεό. Είμαι γυμνός από 7 ετών, εδώ και 22 χρόνια… Με αυτόν τον τρόπο, φτάνω κοντά στον Σίβα…" λέει ο Σίρι Κέσαβ, ενώ μπροστά του καίει η φωτιά. Λίγο πριν, έχει πάρει ένα ξύλο από την νεκρική πυρά και με τη στάχτη του έχει βαφτεί ολόκληρος. Έπειτα κάπνισε κάνναβη που τη θεωρεί "αντίδωρο από τον Σίβα" και ξεκίνησε την ταλαιπωρία του σώματός του. Με το βλέμμα του δύσπιστου ορθολογιστή, αλλά και το σεβασμό αυτού "που γνωρίζει… ότι δεν γνωρίζει", το συνεργείο του Εξάντα ξενυχτάει στο Βαρανάσι. Και αναζητά τους Αγκόρι Σάντους, τη σέκτα των ασκητών που για να ενωθούν με το Θείο, τρώνε τα απομεινάρια από τα καμένα πτώματα που ξεβράζει ο ιερός ποταμός. Υπάρχουν ή είναι μύθος; Κι αν υπάρχουν, πρόκειται απλά για παρανοϊκούς κανίβαλους ή για θεοσεβούμενους ασκητές που στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με τον Σίβα, έχουν ξεπεράσει κατά πολύ όσα οι αμύητοι αδυνατούν ακόμη και να αντιληφθούν; Ζητάει τις εξηγήσεις στα λόγια του Μπάμπα Ναγκνάθ, του "άγιου της Μανικαρνίκα Γκατ", της ιερής προβλήτας του Γάγγη στην οποία καθημερινά αποτεφρώνονται 250 πιστοί. Ο Μπάμπα Ναγκνάθ, είναι χορτοφάγος και υποστηρίζει πως οτιδήποτε εντυπωσιακό εκ μέρους των ασκητών, γίνεται για τα χρήματα των ευκολόπιστων και μόνο. Έτσι, η περιπλάνηση συνεχίζεται, ώσπου η κάμερα καταφέρνει να πλησιάσει τον Κίτσερι Μπάμπα. Τυλιγμένος στη στάχτη, βασικά, παραμένει σιωπηλός. Λέει πέντε κουβέντες όλες κι όλες, ενώ δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια του την ώρα που τρώει το μισοκαμένο πτώμα ενός νεκρού…. "Δεν μπορεί να το φάει κανένας άλλος αυτό… Τρώω κρέας… Αυτό που νομίζετε εσείς ότι είναι κρέας, είναι αντίδωρο από τον Γάγγη…" Οι Αγκόρι Σάντους αναγνωρίζουν το θάνατο ως το μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου. Και προκειμένου να τον υπερβούν, υιοθετούν ακραίες πρακτικές και τελετές: Πίνουν κρασί, ακόμα και ούρα, μέσα από ανθρώπινα κρανία. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, διαλογίζονται πάνω από τα πτώματα που ξεβράζει ο Γάγγης. Λέγεται ότι καταφέρνουν να ελέγξουν το πνεύμα τους, γι’ αυτό ο απλός κόσμος τους αποδίδει δυνάμεις υπερφυσικές, πιστεύει ότι μπορούν με επιτυχία να βλάψουν ή να θεραπεύσουν, να ευλογήσουν ή να καταραστούν όποιον επιθυμούν… Η νεκροφαγία λαμβάνει χώρα πολύ σπάνια, ίσως και μια μόνο φορά στη ζωή ενός Αγκόρι Σάντους, στο πλαίσιο μιας τελετουργικής προσευχής. Μέσα από αυτήν επιδιώκουν να συμφιλιωθούν με οτιδήποτε τους προκαλεί φόβο και αποτροπιασμό. Το σώμα του νεκρού άλλωστε, συμβολίζει το ίδιο τους το σώμα, από το οποίο προσπαθούν να απελευθερωθούν. Η κάμερα αιχμαλωτίζει μια από τις πιο ακραίες εικόνες που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους τον 21ο αιώνα. Και το ντοκιμαντέρ γίνεται, ταυτόχρονα, το ντοκουμέντο αλλά και ο καθρέφτης των πιο μύχιων ανθρώπινων σκέψεων, αλλά και των απροσδιόριστων ορίων όσων σκορπούν σκοτάδι και φόβο υποσχόμενα το φως, τη χαρά και τη λύτρωση. Στο Βαρανάσι της Ινδίας, ο Εξάντας και ο Γιώργος Αυγερόπουλος αιχμαλωτίζει μια από τις πιο ακραίες εικόνες και έννοιες που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους τον 21ο αιώνα.