Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Καλώς ήλθατε στο Γκιβάερ

Πέντε αγελάδες, ένα βόδι, έξι μοσχάρια, δεκατρία πρόβατα, ένα κριάρι, τριάντα αρνιά, είκοσι κότες. Και δεκαπέντε άνθρωποι. Καλώς ήλθατε στο Γκιβάερ. Σ΄ αυτό το νησάκι της Νορβηγίας, λίγο βορειότερα του πολικού κύκλου, λίγο νοτιότερα της νήσου Λοφότεν, ισχύουν πέντε χρυσοί κανόνες. Κανείς δεν έχει αυτοκίνητο. Το γάλα που καταναλώνεται στο πρωινό πρέπει να έχει μόλις αρμεχθεί στους στάβλους πίσω από τα σπίτια. Τις νύχτες όλοι σκεπάζονται με χειροποίητα παπλώματα από πούπουλα πάπιας. Κάθε βράδυ οι γυναίκες συναντιούνται για να κεντήσουν και οι άνδρες για να καπνίσουν πίπα. Την τρίτη Κυριακή του Ιουλίου οργανώνεται μια γιορτή όπου παίρνουν μέρος συγγενείς και φίλοι που μένουν μακριά. Και όλοι είναι χαρούμενοι, ζώα και άνθρωποι. Λες και ο χρόνος σ΄ αυτό το μέρος έχει σταματήσει. «Ναι, είμαι ευτυχισμένη» λέει μια γυναίκα στον απεσταλμένο του γερμανικού ταξιδιωτικού περιοδικού Μare. «Έχω όλα όσα μου χρειάζονται: τα παιδιά μου, το σπίτι μου, τις αγελάδες μου. Τις αρμέγω και φτιάχνω βούτυρο». Ευτυχισμένη δηλώνει και η ξαδέλφη της, που έχει κολλήσει στο ψυγείο της ένα σύνθημα που την εκφράζει: «Τα βάσανα είναι ένα βάρος που ο Θεός δεν θέλησε να κουβαλάμε». Αν σ΄ αυτή τη γωνιά του κόσμου υπάρχουν καθημερινές προκλήσεις; Φυσικά, απαντά μια τρίτη γυναίκα. «Ένα παράδειγμα: αγόρασα το σωστό μοσχάρι;». Και μη νομίζετε ότι όλοι οι κάτοικοι είναι φίλοι μεταξύ τους, απλώς δεν έχουν την πολυτέλεια να τσακώνονται, ο τόπος είναι μικρός, τον χειμώνα ο ζωτικός χώρος δεν είναι παραπάνω από ένα χιλιόμετρο, πρέπει λοιπόν να σέβονται ο ένας τον άλλον προκειμένου να συμβιώσουν. Τον χειμώνα οι θύελλες είναι τόσο δυνατές, που τα παράθυρα σκοτεινιάζουν από το αλάτι, αν δεν υπήρχε αλληλοβοήθεια η κοινότητα θα είχε καταρρεύσει. Οι κάτοικοι βεβαιώνουν ότι υπάρχουν δουλειές για όλους. Τα Χριστούγεννα συμπληρώνουν ένα μεγάλο παζλ, πέντε χιλιάδες κομμάτια, όλα πράσινα. Τον Ιανουάριο, οι άνδρες φεύγουν για το ψάρεμα του μπακαλιάρου. Τον Απρίλιο ετοιμάζουν τα δίχτυα για τις πάπιες, ώστε οι γυναίκες να πάρουν τα φτερά και τα πούπουλα από τους νεοσσούς και να φτιάξουν παπλώματα. Είναι μοναδικά αυτά τα παπλώματα, ακόμη κι ο βασιλιάς παρήγγειλε μια μέρα, του κόστισε πέντε χιλιάδες ευρώ. Οι περισσότερες πωλήσεις γίνονται πάντως στη Γιορτή του Καλοκαιριού, τον Ιούλιο, όταν το νησί γεμίζει με τους μετανάστες και οι άνδρες αναγκάζονται να κοιμηθούν στις βάρκες. Εκείνες τις μέρες τρώνε πολύ, προσεύχονται πολύ και τραγουδάνε πολύ. Και την Κυριακή γίνεται ο πλειστηριασμός: τα μαξιλάρια, τα γάντια, τις κάλτσες και τα τραπεζομάντιλα τα έχουν φτιάξει οι γυναίκες του Ιεραποστολικού Κύκλου, είναι έξι και συναντιούνται δυο φορές τον μήνα από τις οκτώ μέχρι τις δέκα και μισή το βράδυ. Η πιο ηλικιωμένη είναι 90 ετών και για τα γενέθλιά της φέτος ζήτησε μόνο χρήματα. Συγκέντρωσε χίλια ευρώ και τα έστειλε αμέσως σε ένα ορφανοτροφείο του Αζερμπαϊτζάν. Η ευτυχία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν τη μοιράζεσαι.