Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Σπουργιτάκι Μ' Αηδονιού Φωνή

Όχι, τίποτα, για τίποτα  δε λυπάμαι για τίποτα,  ούτε για το κακό που μου κάνανε,  ούτε για το καλό,  όλα τούτα το ίδιο μου κάνουν.  Όχι, τίποτα, με τίποτα,  όχι, δε μετανιώνω για τίποτα.  Έχω πληρώσει, έχω σβήσει,  έχω ξεχάσει το παρελθόν  και σκασίλα μου μεγάλη!  Aναθυμούμενη, άναψα φωτιά  με τις χαρές και τις λύπες μου.  Διαλυμένοι οι έρωτές μου κι οι τρεμούλες τους.  Σαρωμένοι για πάντα!  Ξαναρχίζω απ' το μηδέν!    Όχι, τίποτα, για τίποτα  δε λυπάμαι για τίποτα,  ούτε για το κακό που μου κάνανε,  ούτε για το καλό,  όλα τούτα μου κάνουνε το ίδιο.  Όχι, τίποτα, με τίποτα,  όχι, δε μετανιώνω για τίποτα.  Γιατί η ζωή μου, οι χαρές μου,  σήμερα ξαναρχίζουν μαζί σου..." Dumond Vaucaire (Non, Je Ne Regrette Rien) Κάποτε όχι πολύ παλιά, ήταν αδύνατον να κατεβεί κανείς στο παρισινό μετρό, χωρίς να συναντήσει, στο τρένο, στον σταθμό, κάποια φτωχοντυμένη γυναίκα που να μαζεύει πενταροδεκάρες τραγουδώντας το "Je Νe Regrette Rien". Κανείς από τους επιβάτες δεν έδειχνε να απορεί ούτε για τη γυναίκα ούτε για το τραγούδι, που 'φερε την υπογραφή της Εντίθ Πιαφ, μιας γυναίκας που υπήρξε κι εκείνη πλάσμα των πιο κακόφημων παρισινών δρόμων. Το μετρό έχει ακόμη τους πλανόδιους μουσικούς του, αλλά δεν βλέπει κανείς πια τέτοιες άθλιες γυναίκες. Ο δημοσιογράφος των Τάιμς της Νέας Υόρκης, Φρανκ Πράιαλ, τις είχε σχεδόν ξεχάσει, όταν μπήκε στο Δημαρχείο του Παρισιού, στην έκθεση για τα 40 χρόνια από τον θάνατο της Εντίθ Πιαφ. Για την έκθεση δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο μέρος. Σε όλη της τη ζωή, η Πιαφ ήθελε να την θυμούνται σαν ένα παιδί του Παρισιού. Όταν πέθανε στην Κυανή Ακτή, η σορός της μεταφέρθηκε κρυφά στην πρωτεύουσα, για να φανεί πως είχε πεθάνει εκεί. Στην τελευταία της περιοδεία, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό της, έμοιαζε απόκοσμη από την αρρώστια και τον πόνο. Όμως, τα πλήθη στριμώχνονταν μπροστά της. "Δε λατρεύτηκε τόσο πολύ, όσο όταν ζύγωνε στον θάνατό της", είπε ο Σαρλ Αζναβούρ. "Το γαλλικό κοινό γοητεύεται από τη δυστυχία". Σκληρά λόγια του τραγουδιστή για το γαλλικό κοινό. Θα μπορούσε να τα είχε πει για κάθε κοινό. "Δε θα ξεχάσω ένα βράδυ, που με μιά συντροφιά φίλων γνώρισα την Έντιθ Πιάφ. Τραγουδούσε στις αυλές των λαικών πολυκατοικιών, ήτανε τύπος της γειτονιάς κι όλοι τη φώναζαν "λα μομ Πιάφ", δηλαδή "το μικρό σπουργίτι"... Εκείνο το βράδυ, ο Ανρί Γκαρά, διάσημος τότε, της έδωσε ένα γερό φιλοδώρημα. Πριν λίγο καιρό, ενώ οι δίσκοι της Πιάφ πουλιόνταν σε όλο τον κόσμο, ο Γκαρά, ο μεγάλος γόης της εποχής του, αυτοκτονούσε πάμπτωχος και ξεχασμένος από τους πάντες..." Λόγια του Σαρλ Αζναβούρ επίσης. Όταν κάποιος σκεφτεί την Εντίθ Πιάφ και φυσικά να γνωρίζει τη ζωή και το έργο της, στο νου του έρχονται, αγάπη, μοναξιά, έρωτας, πάθος κι απελπισία. Η ζωή της γεμάτη αντιθέσεις. Μικρό ανάστημα, τεράστιο ταλέντο, διάσημη και πλούσια, μα μονήρης και δυστυχισμένη, υπήρξεν η συγκλονιστικότερη φωνή της Γαλλίας.