Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Μη µας αφήνετε µόνους µε τους Αλβαναράδες

Διαβάζω, σε ένα από τα εξαιρετικά ρεπορτάζ του Γιάννη Παπαδόπουλου στα «ΝΕΑ», για την «καθαρή» πλατεία του Αγίου Παντελεήµονα: «‘’Θέλουµε έναν Χίτλερ ή έναν Χότζα για να κόψει κεφάλια. Είµαι υπέρ της αυστηρότητας’’, λέει ένας ψαροµάλλης Αλβανός που παρακολουθεί την παρτίδα». Και µετά κάποιος άλλος αλβανός µετανάστης προσθέτει πως αυτός είναι λευκός, όχι σαν και αυτούς, Αφγανούς και Πακιστανούς και λοιπούς µελαψούς. Διαβάζοντας όλα αυτά σκέφτηκα ότι το αλλοτινό σύνθηµα, στις αρχές του ‘90, πρέπει πλέον να αλλάξει: «Αλβανοί µετανάστες µη µας αφήνετε µόνους µε τους Αλβαναράδες!». Επιβεβαιώνεται έτσι, για µία ακόµη φορά, ότι η θεωρία «έχω δοκιµάσει τον ρατσισµό άρα δεν είµαι ρατσιστής» είναι µια µπαρούφα και µισή. Μάλλον ο ρατσισµός είναι σαν το χαλασµένο φαγητό που δηλητηριάζει τον οργανισµό. Οποιος τον έχει φάει, συνήθως τον ξερνάει πάνω σε άλλους, πιο «διαφορετικούς» και πάντα πιο αδύναµους. Και ξερνώντας τον θα πει «εµείς ήµασταν αλλιώς. Εµείς δεν είµαστε σαν και αυτούς». Για να µην το πάθεις αυτό, πρέπει να κάνεις µπόλικη και επίπονη δουλειά µε τη µνήµη και τον εαυτό σου… Σε κάθε περίπτωση, ουδέν νεώτερον από το ρατσιστικό µέτωπο. Στη Μασσαλία των αρχών του 20ού αιώνα οι περισσότερο ρατσιστές µε τους έλληνες πρόσφυγες από τη Σµύρνη ήταν οι ιταλοί µετανάστες που είχαν φάει στη µάπα όλο τον ρατσισµό των «καθαρόαιµων Γάλλων». Και ακόµα πιο παλιά, την εποχή της δουλείας στην Αµερική, οι περισσότερο ρατσιστές µε τους µαύρους δεν ήταν τα αφεντικά των φυτειών αλλά οι λεγόµενοι «white trash people», εξαθλιωµένοι λευκοί που έψαχναν το φαγητό τους στα σκουπίδια. Τα παραδείγµατα αναρίθµητα, από την Αριζόνα µέχρι τον Αγιο Παντελεήµονα. Οσο πιο ανασφαλής νιώθεις, όσο πιο κοντά βρίσκεσαι στον κοινωνικό πάτο, τόσο πιο πολύ ψάχνεις κάποιον άλλον αποδιοποµπαίο τράγο. Και τόσο πιο εύκολη λεία γίνεσαι στις ρατσιστικές και φασιστικές ιδέες. Αυτό το ξέρουν καλά οι µισαλλόδοξοι. Γι’ αυτό ψάχνουν πελατεία στα γκέτο της Αθήνας. Οπως ξέρουν καλά να εφαρµόζουν την τακτική της βίας, γιατί η βία είναι φοβερά µεταδοτική. Η βία τυφλώνει. Οταν εκείνη επικρατεί δεν υπάρχει χώρος να αναρωτιέσαι, να ψάχνεις τρόπους να συνυπάρχεις, δεν αναζητείς άλλες διεξόδους. Και εµείς, οι µη µισαλλόδοξοι, τι κάνουµε; Εάν δεν θέλουµε να σαρώσει η µισαλλοδοξία, πρέπει χωρίς χρονοτριβή να καταπολεµήσουµε τα γκέτο. Να ζητήσουµε από το κράτος να αναλάβει στοιχειώδεις υποχρεώσεις απέναντι στους πρόσφυγες: να µην τους αφήσει σε κατάσταση ζούγκλας. Γιατί η ζούγκλα φέρνει ζούγκλα. Να ζητήσουµε από τις αρχές να εφαρµόζουν τον νόµο ενάντια σε όσους τον καταλύουν και τον παραβιάζουν. Να ζητήσουµε πολιτικές αναβάθµισης των γειτονιών και φροντίδας για τους αστέγους της πόλης. Να αναρωτηθούµε γιατί ορισµένες περιοχές στην Αθήνα µετατρέπονται σε γκέτο; Να αναρωτηθούµε πώς εξαπλώνονται η εξαθλίωση και η βία σε αυτήν την πόλη; Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να ζει σε γκέτο. Κανένας δεν αρέσκεται να ζει µέσα στη βία και την εξαθλίωση. Αν η Πολιτεία δεν αντιµετωπίσει την πραγµατικότητα, αν δεν βγούµε από την απάθεια εµείς οι κάτοικοι αυτής της πόλης, τότε ορισµένες περιοχές της Αθήνας είναι καταδικασµένες να αργοπεθαίνουν, υπό τις ιαχές των µισαλλόδοξων και τις λάµες των µαχαιριών… Του Γκαζµέντ Καπλάνι