Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

‘’Δέ κάνουμε Θέατρο για το Θέατρο…’’

«Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα, για να γίνουν θαύματα» Κάρολος Κουν 1943 Για τον Κάρολο Κουν, δε θυμάμαι πότε άκουσα για πρώτη φορά. Δεν πρόλαβα να ζήσω τις «θρυλικές» -όπως χαρακτηρίζονται- παραστάσεις του, ούτε, δυστυχώς, ν' ακούσω τις «ριζοσπαστικές» απόψεις του, απ' το στόμα του ίδιου. Την πρώτη φορά, όμως, που μπήκα στο χώρο του Θεάτρου Τέχνης, ένοιωσα μια ανατριχίλα να διαπερνά το κορμί μου. Ήταν, σαν οι τοίχοι να είχαν «ποτίσει» ιστορία. Ήταν, σαν ο άνθρωπος που άλλαξε την πορεία του ελληνικού θεάτρου, να βρισκόταν κάπου εκεί, καθισμένος στην πολυθρόνα του, με το τσιγάρο στο χέρι, να κοιτά πότε αυστηρά και πότε τρυφερά, τους «εργάτες» και τους «φίλους» του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν, σαν ο αέρας να μύριζε έμπνευση και δημιουργία. «Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα, για να γίνουν θαύματα» είχε πει ο Κάρολος Κουν το 1943. Και πίστεψε. Και πίστεψαν κι άλλοι. Και καθημερινά πίστευαν και περισσότεροι. Και τα θαύματα έγιναν... Η αρχή, οι στόχοι και η φιλοσοφία του Κουν... «Δεν ξεκινήσαμε με την προοπτική να προσθέσουμε ένα ακόμα θέατρο στα τόσα υπάρχοντα, ούτε θέσαμε ως απώτερη φιλοδοξία μας, να πετύχουμε να δώσουμε παραστάσεις, κατά τι καλύτερες από τον Α ή τον Β. Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέριος πολιτισμός στον τόπο μας. Το Θέατρο Τέχνης είναι μια εκδήλωση ζωής». Σ' αυτές τις λίγες γραμμές, θα μπορούσε, ίσως, να συμπυκνωθεί η φιλοσοφία του Καρόλου Κουν. Ενός ανθρώπου, που ήρθε στην Ελλάδα στα 21 του χρόνια, από την Προύσα όπου είχε γεννηθεί, και ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ως καθηγητής Αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών. Εκεί, σκηνοθετεί τις πρώτες του παραστάσεις, κάποια σκετς δικής του συγγραφής. Το 1933, ιδρύει μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη, τη Λαϊκή Σκηνή. «Τα αισθητικά στοιχεία που με συνεπήραν τότε», λέει ο ίδιος μετέπειτα, «συνδέονταν με το Ελληνικό Λαϊκό, το κάπως σχηματοποιημένο, όπως φανερωνότανε στη ζωή τη γνήσια χωριάτικη και νησιώτικη, στα δημοτικά μας τραγούδια και πιο πίσω, στις Βυζαντινές αγιογραφίες και στα αρχαία αγγεία». Δύο χρόνια λειτουργεί η Λαϊκή Σκηνή και το 1942, ιδρύεται το -ιστορικό πια- Θέατρο Τέχνης και η Δραματική Σχολή του. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, στο κέντρο της Αθήνας, ξεκινούν οι πρόβες για την πρώτη παράσταση: «Αγριόπαπια» του Ίψεν, με μαθητές της σχολής και τον ίδιο τον Κουν ως σκηνοθέτη και ηθοποιό. Ο στόχος, είναι να δημιουργηθεί «ένα θέατρο συνόλου, από μια ομάδα που θα 'χει μάθει να σκέφτεται και να εργάζεται με ψυχική και οργανική ενότητα, ένα θέατρο έξω απ' το εμπορικό κύκλωμα, αδέσμευτο από επιχειρηματία, απαλλαγμένο από βεντετισμούς, ανένδοτο σε καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς». ΕΙΡΗΝΗ Επίμονες πρόβες και οι πρώτες αποδοκιμασίες... Η ατμόσφαιρα των προβών και των παραστάσεων; Σχεδόν ερωτική. Άνθρωποι παθιασμένοι με τη τέχνη του θεάτρου, που δίνονται χωρίς αναστολές. Το πιστεύω τους; «Η αφετηρία και η βάση του θεάτρου, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι η ποίηση και η μαγεία. Αν λείψουν αυτά, δεν υπάρχει θέατρο». Το 1950, οικονομικές δυσκολίες αναστέλλουν τη λειτουργία του Θεάτρου Τέχνης, το οποίο επαναλειτουργεί το 1954 στο -θρυλικό σήμερα- Υπόγειο. Ο Κουν, συνεχίζει να δουλεύει ακούραστα με τους μαθητές του, πλάθοντας ρόλους που «μυρίζουν ανθρωπίλα», σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση που επέβαλε και προέβαλε, ένα θέατρο στομφώδες, εξωπραγματικό. Κάνει θέατρο που μιλά στην ψυχή του κάθε ανθρώπου. Άλλωστε, όπως λέει «σα θέατρο, δεν αποτεινόμαστε σε ορισμένη τάξη ή σε ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Όλοι, όσοι είναι πρόθυμοι να χαρούν και να εργαστούν μαζί μας, πλούσιοι και φτωχοί, πονηροί και αφελείς, αλήτες και νοικοκυρέοι, είναι όλοι ευπρόσδεκτοι». Και συνεχίζει να δουλεύει, να δουλεύει ακούραστα, παρά το χλευασμό που κατά καιρούς υποφέρει από τους... «ειδικούς» και τους «γνώστες» της τέχνης. Το θέατρό του, χαρακτηρίζεται από «ερασιτεχνικό» μέχρι «αρρωστημένο», από αρκετούς από αυτούς, που σπεύδουν αργότερα να δηλώσουν φίλοι του. Αποκορύφωμα, είναι η υποδοχή της παράστασης «Όρνιθες», που παρουσιάζεται το 1959 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η παράσταση διακόπτεται από τις αποδοκιμασίες, ενώ ο Κουν, χαρακτηρίζεται «βέβηλος». Πρόκειται γι' αυτή, την ίδια παράσταση, που ακόμα και σήμερα θεωρείται αξεπέραστη. Μια παράσταση σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Ζουζούς Νικολούδη. Ο χλευασμός των Ελλήνων, έρχεται σε αντίθεση με τα διθυραμβικά σχόλια των ξένων. Ο Κάρολος Κουν, όμως, επιμένει. Απορρίπτει την πλειοψηφία των προτάσεων να σκηνοθετήσει στο εξωτερικό και παραμένει πιστός στην Ελλάδα. Ανεβάζει παραστάσεις με ασίγαστο και αξεπέραστο πάθος, ενώ δε διστάζει ποτέ να κατεβάσει παράσταση, ακόμα και με πολύ μεγάλη επιτυχία και αθρόα προσέλευση θεατών, όταν πιστεύει, πως έχει έρθει η ώρα ν' ανέβει η επόμενη. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, ΚΟΥΝ, ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Η καταξίωση έρχεται ο Κουν «φεύγει»... Ένας από τους βασικούς στόχους, είναι η ανάδειξη νέων Ελλήνων συγγραφέων. Κείμενα των Δημήτρη Κεχαΐδη, Ιάκωβου Καμπανέλλη, Γιώργου Σκούρτη, Γιώργου Αρμένη, Λούλας Αναγνωστάκη και πολλών άλλων σημαντικών νεοελλήνων συγγραφέων, πρωτοπαρουσιάζονται στο Υπόγειο, ενώ, επίσης, το κοινό έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή, με έργα των Ιονέσκο, Πίντερ, Μπέκετ, Άλμπυ... Ο Κάρολος Κουν, διδάσκει και συνεργάζεται, με ηθοποιούς που σφραγίζουν με την παρουσία τους το ελληνικό θέατρο, όπως η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Γιώργος Αρμένης, η Μάγια Λυμπεροπούλου, η Ρέννη Πιττακή, ο Γιώργος Λαζάνης, η Εύα Κοταμανίδου, η Κάτια Γέρου, ο Μίμης Κουγιουμτζής, ο Νίκος Χαραλάμπους και αμέτρητοι ακόμα. Το κράτος, είναι για πάρα πολλά χρόνια απόν. Το 1975, για πρώτη φορά, το Θέατρο Τέχνης επιχορηγείται -33 χρόνια μετά την ίδρυσή του- ενώ το 1980, του επιτρέπεται η είσοδος στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, όπου παρουσιάζει με τεράστια επιτυχία, την τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια». Δυστυχώς, όμως, ο Κάρολος Κουν δεν προλαβαίνει να απολαύσει για πολύ, ούτε τις ευκολότερες συνθήκες δουλειάς -η επιχορήγηση μειώνει τα οικονομικά προβλήματα που πάντα ταλανίζουν το Θέατρο Τέχνης- ούτε την καταξίωση που πλέον έχει έρθει. Στις 14 Φεβρουαρίου 1987, τη μέρα που έχει οριστεί η πρεμιέρα της παράστασης «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, ο Κάρολος Κουν σβήνει, αφήνοντας πλούσια διαθήκη, τόσο στους μαθητές του, όσο και σε όλο τον κόσμο. ΟΡΝΙΘΕΣ Και σήμερα, 100 χρόνια μετά τη γέννηση του ιδρυτή του, τι συμβαίνει με το Θέατρο Τέχνης; Κάποιοι ισχυρίζονται πως έσβησε μαζί με το δημιουργό του. Σ' ένα χώρο, όμως, που ο αέρας μυρίζει έμπνευση, κόπο και επιμονή κι όταν ακόμα γύρω μας υπάρχουν αυτοί, οι μαθητές του Καρόλου Κουν, με βαθιά μέσα τους ριζωμένο το πάθος για τη θεατρική τέχνη, αυτή η «εκδήλωση ζωής» που λέγεται Θέατρο Τέχνης, είναι αδύνατο να σβήσει. Ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς έχουν απομακρυνθεί, ακόμα κι αν τα προβλήματα είναι υπαρκτά, το πάθος και η δίψα για δημιουργία στο χώρο αυτό, υπερισχύει. Η κληρονομιά είναι σπουδαία κι ο ίσκιος των περασμένων χρόνων τόσο βαρύς, που, δεν μπορεί, αυτοί οι άνθρωποι, οι ταλαντούχοι και συνάμα τόσο τυχεροί να μαθητεύσουν κοντά σ' έναν τέτοιο δάσκαλο, θα νοιώσουν κάποια στιγμή, την ανάγκη να σμίξουν ξανά, για να πλάσουν, στα βήματα του Καρόλου Κουν, τη νέα γενιά «εργατών» του Θεάτρου Τέχνης... Της Βένιας Σταματιάδη από το μηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό Ως3