Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

''...μεγάλη μέρα χθες. Κρεμάσαμε έναν νέγρο...''

Την Κυριακή το απόγευμα της 23ης Απριλίου 1899 περισσότεροι από 2.000 λευκοί κάτοικοι της Γεωργίας ¬ κάποιοι από τους οποίους έφτασαν στην Ατλάντα με ειδικά ναυλωμένο τρένο ¬ μαζεύτηκαν στην πόλη Νιούμαν για να δουν την εκτέλεση του Σαμ Χοσέ, ενός μαύρου κατοίκου της περιοχής. Η εκτέλεση ενός μαύρου είχε γίνει πλέον κάτι πολύ οικείο. Όπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, και αυτή θα αποτελούσε δημόσιο θέαμα. 'Οπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, η ενοχή του θύματος δεν είχε αποδειχθεί σε κάποιο δικαστήριο. Όπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, οι συγκεντρωμένοι δεν θα φορούσαν μάσκες και κανείς από τους εκτελεστές δεν θα επιχειρούσε να κρύψει την ταυτότητά του. Μάλιστα τα ρεπορτάζ των εφημερίδων θα αναφερόταν στην ενεργό συμμετοχή ορισμένων από τους πιο σημαίνοντες πολίτες της περιοχής. Και όπως στα περισσότερα λιντσαρίσματα, οι εφημερίδες των λευκών και το κοινό θα εξέφραζε, στο όνομα της ανωτερότητας της λευκής φυλής, την υποστήριξή του στην εκτέλεση ενός μαύρου. Και θα αδιαφορούσε για οποιαδήποτε πληροφορία ερχόταν σε αντίθεση με τη λαϊκή ετυμηγορία. Ο Σαμ Χοσέ δούλευε στη φυτεία του Άλφρεντ Κράνφορντ. Ζήτησε από τον εργοδότη του μία προκαταβολή ¬ σύμφωνα με κάποιους ζητούσε δεδουλευμένα τα οποία δεν είχε πληρωθεί ¬ και άδεια να επισκεφτεί την άρρωστη μητέρα του. Ο καλλιεργητής αρνήθηκε και ακολούθησε μία ανταλλαγή ύβρεων. Την επομένη την ώρα που ο Χοσέ έκοβε ξύλα ο Κράνφορντ άρχισε πάλι τον καβγά. Αυτή τη φορά, μάλιστα, τράβηξε το πιστόλι του και απειλούσε να σκοτώσει τον Χοσέ. Στην προσπάθειά του να αμυνθεί ο Χοσέ εκτόξευσε το τσεκούρι του, που βρήκε τον Κράνφορντ στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Τις επόμενες δύο ημέρες οι εφημερίδες παρουσίαζαν μία τελείως διαφορετική εκδοχή: Ο Κράνφορντ έτρωγε το βραδινό όταν ο Χοσέ ¬ «ένα τέρας με ανθρώπινη μορφή» ¬ γλίστρησε πίσω του και με ένα τσεκούρι του άνοιξε στα δύο το κρανίο και αφού λεηλάτησε το σπίτι, έσυρε την κυρία Κράνφορντ στο δωμάτιο όπου κείτονταν νεκρός ο σύζυγός της και την βίασε. Μπορεί να υπήρξαν πολλές εκδοχές για τον τρόπο θανάτου του Κράνφορντ, υπήρξε όμως μόνο μία για τον τρόπο εκτέλεσης του Σαμ Χοσέ. Αφού τον έγδυσαν και τον έδεσαν με μία αλυσίδα σε ένα δέντρο, οι εκτελεστές συγκέντρωσαν γύρω του ξύλα βουτηγμένα στην κηροζίνη. Πριν πασαλείψουν τον Χοσέ με λάδι και βάλουν φωτιά στα ξύλα του είχαν κόψει τα αυτιά, τα δάχτυλα, τα γεννητικά όργανα και του είχαν αφαιρέσει το δέρμα από το πρόσωπό του. Κι ενώ κάποιοι από το πλήθος έμπηγαν μαχαίρια στη σάρκα του Χοσέ, κάποιοι άλλοι παρατηρούσαν «με φανερή ευχαρίστηση» (όπως σημείωνε ένας δημοσιογράφος) τις φλόγες που έκαιγαν το σώμα του Χοσέ ¬ παραμορφώνοντας τα χαρακτηριστικά του, αναγκάζοντας τα μάτια του να πετάγονται έξω από τις κόγχες τους και τις φλέβες του να σκάνε. Οι μοναδικοί ήχοι που έβγαιναν από τα χείλη του θύματος, ακόμη και την ώρα που το αίμα του τσιτσίριζε στη φωτιά, ήταν: «Ωχ Θεέ μου, Ωχ Χριστέ». Πριν καν το σώμα του Χοσέ κρυώσει του έβγαλαν την καρδιά και το συκώτι και τα έκοψαν σε δεκάδες κομμάτια, ενώ συνέθλιψαν τα κόκαλά του. Ο συγκεντρωμένος κόσμος έδωσε μάχη για τα σουβενίρ του λιντσαρίσματος. Σύμφωνα μάλιστα με το ρεπορτάζ κάποιων εφημερίδων, ένας από τους συμμετέχοντες στην εκτέλεση έφυγε αμέσως μετά τη μακάβρια τελετή με ένα κομμάτι από την καρδιά του Σαμ Χοσέ για να το παραδώσει πρώτος στον κυβερνήτη της Γεωργίας ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τις πράξεις του άτυχου μαύρου «τις περισσότερο διαβολικές στα χρονικά του εγκλήματος». Η συγκλονιστική αυτή περιγραφή της απάνθρωπης και σαδιστικής εκτέλεσης του Σαμ Χοσέ είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Without Sanctuary» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αμερική. Παρουσιάζει περιπτώσεις εκτελέσεων μαύρων και για πρώτη, ίσως, φορά δεκάδες φωτογραφίες από λιντσαρίσματα. Λιντσαρίσματα τα οποία ήσαν συνηθισμένο φαινόμενο στις ΗΠΑ ¬ κυρίως στον αμερικανικό Νότο ¬ από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ακόμη! Την τύχη του Σαμ Χοσέ είχαν στη χρονική αυτή περίοδο σχεδόν 5.000 μαύροι άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βρήκαν τραγικό θάνατο στην κρεμάλα ή στην πυρά ύστερα από άγρια βασανιστήρια. Τα λιντσαρίσματα γίνονταν ¬ όπως και στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ ¬ από έναν εξαγριωμένο όχλο λευκών που έπαιρνε τον νόμο στα χέρια του και επέβαλε παραδειγματική τιμωρία χωρίς προηγουμένως να έχει υπάρξει έστω και κάποια υποτυπώδης δικαστική διαδικασία από την οποία να προέκυπτε η ενοχή του μελλοθανάτου. Και δυστυχώς, όπως στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ, τις περισσότερες φορές ¬ αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στα γουέστερν του Χόλλυγουντ ¬ ο σερίφης ή ο δικαστής της περιοχής όχι μόνο δεν ενδιαφερόταν για τα δικαιώματα του καταδικασμένου χωρίς δίκη μαύρου αλλά αντιθέτως συνήθως πρωτοστατούσε στην εκτέλεσή του. Λίγα λεπτά αργότερα το πλήθος κρεμά τον έναν ύποπτο, σε ένα δέντρο απέναντι ακριβώς από τη φυλακήΤο απίστευτο είναι ότι, όπως και στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ, το πλήθος συνωστιζόταν όχι μόνο για να είναι μάρτυρας στην ιδιόρρυθμη αυτή... απονομή δικαιοσύνης ¬ σύμφωνα με τη ρατσιστική αντίληψη της εποχής ¬ αλλά για να απολαύσει το λιντσάρισμα και αν είναι δυνατόν να εξασφαλίσει και κάποιο σουβενίρ από τις φρικαλεότητες για να το πάρει στο σπίτι του. Μάλιστα οι φωτογράφοι της περιοχής απαθανάτιζαν τα νεκρά σώματα ή τα αποκαΐδια των εκτελεσθέντων και τα έκαναν καρτ ποστάλ που πωλούνταν στο εμπόριο. Δεκάδες τέτοιες καρτ ποστάλ από λιντσαρίσματα μαύρων ¬ ως επί το πλείστον ¬ συγκέντρωνε για 15 χρόνια ο συλλέκτης παλαιών αντικειμένων Τζιμ Άλλεν πριν εκδώσει το «Without Sanctuary». Όπως ο ίδιος μάλιστα αναφέρει, δεν είχε ιδέα πως τέτοιου είδους καρτ ποστάλ ήταν πολύ δημοφιλή για τον λευκό πληθυσμό του Νότου, ώσπου ένα από αυτά έπεσε τυχαία στα χέρια του. Κάποιος παλαιοπώλης του έφερε ένα έπιπλο στο μαγαζί του σε ένα συρτάρι του οποίου βρήκε τη φωτογραφία από το λιντσάρισμα του Λέο Φρανκ. Ενός Εβραίου που πέθανε στην κρεμάλα το 1915 επειδή θεωρήθηκε ύποπτος για τη δολοφονία ενός κοριτσιού. «Δεν ήταν τόσο το άψυχο σώμα που με τάραξε όσο τα σκυλίσια πρόσωπα του κοπαδιού που το περικύκλωνε, απρόθυμο να φύγει από το δάσος μετά την εκτέλεση», λέει ο Άλλεν. Ο συλλέκτης περιγράφει ακόμη πως έπειτα από πολύ καιρό κι αφού είχε γίνει γνωστό πλέον το ενδιαφέρον του για τέτοιου είδους φωτογραφίες, ένας έμπορος τον πλησίασε συνωμοτικά σε μια λαϊκή αγορά για να του πουλήσει τη φωτογραφία της Λώρα Νέλσον, «το σώμα της οποίας κρεμόταν σαν ένας χαρταετός, από μία γέφυρα». Γρήγορα κατάλαβε, λέει ο Άλλεν, ότι τέτοιου είδους φωτογραφίες καθώς επίσης και τα «σουβενίρ» από τους εκτελεσθέντες (τούφες από τα μαλλιά τους, κομμάτια από τα ρούχα τους ή από τη σάρκα τους) είχαν μεγάλη πέραση στον αμερικανικό Νότο. Κάποιοι έκαναν συλλογές από τα «σουβενίρ» και κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούσαν τα μακάβρια αυτά καρτ ποστάλ για να γράψουν τα «νέα» σε φίλους τους! Πίσω από μία από τις καρτ ποστάλ της συλλογής του Τζιμ Άλλεν είναι γραμμένο το εξής: «Αυτό ήταν το μπάρμπεκιου που είχαμε χτες βράδυ». Η φωτογραφία του καρτ ποστάλ δείχνει το καμένο σώμα του 16χρονου Τζέσε Ουάσιγκτον τον οποίο κρέμασαν και έκαψαν το 1916 στο Γουάκο του Τέξας μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος 15.000 ανθρώπων! Πίσω από ένα άλλο καρτ ποστάλ της συλλογής του Άλλεν που απεικονίζει ένα λιντσάρισμα κάποιος έγραψε: «Αγαπητέ Τζων, αυτό είναι ένα ενθύμιο μιας μεγάλης μέρας που ζήσαμε στο Ντάλλας. Κρεμάσαμε έναν νέγρο». «Στην Αμερική όλα είναι προς πώληση. Ακόμη και η εθνική ντροπή», λέει ο Άλλεν, ο οποίος επισημαίνει πως οι φωτογραφίες από τα λιντσαρίσματα έχουν τραβηχτεί με τέτοιο τρόπο από τους επαγγελματίες φωτογράφους της εποχής, ώστε να δείχνουν με κάθε λεπτομέρεια το αποτέλεσμα της μακάβριας αυτής τελετής και άρα να έχουν εμπορική αξία για τους αιμοδιψείς λευκούς. «Ακόμη και νεκροί οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν κανένα άσυλο», σημειώνει. Περισσότερες από εξήντα ασπρόμαυρες ανατριχιαστικές φωτογραφίες της ιστορικής αυτής συλλογής παρουσιάστηκαν για ένα μήνα σε γκαλερί της Νέας Υόρκης όπου χιλιάδες επισκέπτες στριμώχτηκαν για να δουν σοκαρισμένοι το απάνθρωπο ρατσιστικό παρελθόν της Αμερικής. Η έκθεση στεγάζεται αυτή τη στιγμή  στην Εταιρεία Ιστορίας της Νέας Υόρκης