Κυριακή, 6 Μαΐου 2007

Παλαιές και νέες εξεγέρσεις

Ολα συμβαίνουν ως εάν η ιστορική μοίρα του Παρισιού σφραγίζεται από επαναστάσεις και εξεγέρσεις που αναγγέλλουν κοσμοϊστορικές μεταβολές. Διακόσια δεκαέξι χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, εκατόν τριάντα τέσσερα μετά την Κομμούνα και τριάντα επτά χρόνια μετά τον Μάη του ’68, η γαλλική πρωτεύουσα αναδεικνύεται και πάλι σε επίκεντρο μιας νέας κοινωνικής έκρηξης. Οι αναλογίες όμως σταματούν εδώ. H τρέχουσα έκρηξη δεν στοχεύει ούτε στην ανατροπή ενός «παλαιού» καθεστώτος ούτε στην επιβολή μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας ούτε στην πειραματική ή παιγνιώδη ανάρρηση της «φαντασίας στην εξουσία». Δεν συμπυκνώνει κοινωνικά αιτήματα, δεν αρθρώνει πολιτικά προτάγματα, δεν αντιστοιχεί σε ιδεολογικά μελήματα, δεν εμπεριέχει καν την προσδοκία ή την ελπίδα της αλλαγής. Οι νέες εξεγέρσεις είναι προϊόντα της απελπισίας. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν αφορούν μόνο τη Γαλλία. Είναι συμπτώματα της εξέλιξης ενός κόσμου ο οποίος νομίζει πως είναι πλέον δυνατόν να πορεύεται αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις που γεννά και για τις εκατόμβες που σωρεύονται στις παρυφές του. Εκφράζουν τη βουβή και αναποτελεσματική αγωνία των κατατρεγμένων και καταφρονεμένων, την απόγνωση των περιθωριοποιημένων και αποκλεισμένων, εκείνων δηλαδή που βρίσκονται εκτός κοινωνίας και πέραν του συγκροτημένου άστεως. Οι νέες εξεγέρσεις είναι χαρακτηριστικά «προ-αστιακές» επειδή ακριβώς είναι εκ προοιμίου «εξω-αστιακές».* Τα πραγματικά αίτιαΜε αυτήν την έννοια, οι συγκεκριμένες και συγκυριακές αφορμές λειτούργησαν ως απλά εναύσματα. Ούτε η αλαζονική αυταρχικότητα του κ. Σαρκοζί ούτε η στρουθοκαμηλική τακτική των γαλλικών κυβερνήσεων που επέλεξαν να «στοιβάξουν» τους έγχρωμους πολίτες της δημοκρατίας σε υποβαθμισμένες, γκετοποιημένες και μη αστυνομευόμενες συνοικίες ούτε η έξαρση του κοινωνικού ρατσισμού ούτε, κατά μείζονα λόγο, η πολιτιστική ιδιαιτερότητα των μουσουλμανικών πληθυσμών αρκούν για να ερμηνεύσουν τις αλυσιδωτές εκρήξεις βίας. Ούτε και αλλάζουν πολλά πράγματα με τον τυχόν εντοπισμό «κακοποιών» ανάμεσα στους «ταραξίες». Από καταβολής κόσμου, όλες οι ανομικές εξεγέρσεις τείνουν να «φιλοξενούν» κάθε λογής περιθωριακά και αντικοινωνικά στοιχεία. Τα πραγματικά αίτια των επεισοδίων είναι «δομικά» και μακροϊστορικά.Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο όλοι ανησυχούν για την επέκτασή τους εκτός γαλλικών συνόρων. Από τη στιγμή που διευρύνονται η ανεργία, η «μη απασχολησιμότητα» και η αθλιότητα, από τη στιγμή που καταλύονται ή απισχναίνονται τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας, από τη στιγμή που η συνεχιζόμενη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδηγεί σε υποβάθμιση του επιπέδου ζωής όλων των χαμηλομίσθων, και από τη στιγμή που γιγαντώνονται οι ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου είναι φυσικό να πλήττονται κατά πρώτιστο λόγο οι μερίδες εκείνες του πληθυσμού που ήδη βρίσκονται εκτός του πολιτιστικά και οικονομικά παγιωμένου «εθνικού κορμού». Και στο μέτρο που η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία επιμένει στις κοντόφθαλμες απόψεις της, τίποτε δεν φαίνεται να μπορεί να αναστρέψει τις διαφαινόμενες τάσεις. Για μιαν αύξουσα μερίδα του πληθυσμού, η απελπισία εμφανίζεται πια ως ενδημική.* Αναξιοπιστία της πολιτικήςΤαυτόχρονα και παράλληλα, οι πολιτικές διέξοδοι φαίνεται να συρρικνώνονται. Παντού, ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού συνεπέφερε την αποδυνάμωση των συνδικάτων και τη βαθμιαία «προσαρμογή» των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων στις απαιτήσεις του αγοραίου ανταγωνισμού. Υπό τις παρούσες συνθήκες και ανεξάρτητα από τις αποχρώσεις, τα όρια της παρέμβασης των εθνικών κρατών συρρικνώνονται. H δημοκρατική εναλλαγή των κατεστημένων κομμάτων εξουσίας στη διακυβέρνηση των περισσοτέρων ευρωπαϊκών χωρών δεν συνεπιφέρει μείζονες αλλαγές στα προτασσόμενα κοινωνικοοικονομικά πρότυπα. Ετσι, η αύξουσα αναξιοπιστία της πολιτικής εκφράζει μια νέα διάχυτη κοινωνική και ιδεολογική «ορθοδοξία»: στο εξής τα άτομα εμφανίζονται ως αποκλειστικά «υπεύθυνα» για τη μοίρα και την προκοπή τους. Οι προσδοκίες και η απελπισία τους δεν αφορούν παρά μόνο τους «ιδιωτικούς» εαυτούς τους. Ολοι πρέπει να αμείβονται ανάλογα με την ικανότητά τους, την τύχη τους και την «εμπορευσιμότητα» των «προσόντων» τους, όλοι καλούνται να πληρώσουν αγόγγυστα το τίμημα της «αποτυχίας» τους και όλοι οφείλουν να συμμορφωθούν προς τον τυφλό νόμο της αγοράς, έστω και αν η αγορά αυτή αδιαφορεί και τους απορρίπτει. Ετσι, οι έμπρακτες διαμαρτυρίες απηχούν γνωσιακές ή ηθικές ατομικές «ελλείψεις». Εφεξής, η έμπρακτη διαμαρτυρία ή η ανομική έκρηξη στιγματίζονται όχι μόνο ως απαράδεκτες αλλά και ως εξ αντικειμένου αλυσιτελείς. Οι μη πειθήνιοι απελπισμένοι είναι παραβάτες της κυρίαρχης κοινωνικής λογικής.Εδώ ακριβώς αναδεικνύονται τα κοινωνικά όρια του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου προτύπου. Εχοντας από καιρό εγκαταλείψει τους προβληματισμούς του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, που δεν έπαψε ποτέ να αμφισβητεί τις ηθικές και κοινωνικές προϋποθέσεις της «προόδου» την οποία επαγγέλλονταν, και έχοντας πλέον απορρίψει τις «κεϊνσιανές» συνταγές, που συνέδεαν το αίτημα της οικονομικής ανάπτυξης με τη σχετική τουλάχιστον ασφάλεια και ευημερία των «πολλών», η νέα ορθοδοξία εθελοτυφλεί μπροστά στις προεκτάσεις των ανελέητων κοινωνικοπολιτικών επιλογών της. H παγκοσμιοποιημένη οικονομική και πολιτική εξουσία δεν «χρειάζεται» πια να επιχειρεί συνθέσεις ή να πειραματίζεται με ταξικούς συμβιβασμούς. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος, η εξέλιξη εμφανίζεται ως μονόδρομος. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πια ο «δεύτερος» κόσμος, ο «τρίτος», ο «τέταρτος» και ο «πέμπτος» συγχέονται και διαχέονται σε ένα αδιαφοροποίητο περιθώριο. Και αν ακόμη διαφέρουν ριζικά ως προς τα αίτιά τους και το «επίπεδό» τους, οι μορφές απελπισίας και αθλιότητας των μητροπολιτικών προαστίων δεν αφίστανται από πολιτικής και ιδεολογικής απόψεως εκείνων που μαστίζουν τη λιμοκτονούσα Αφρική. Τα σινικά τείχη που χωρίζουν τους προνομιούχους από τους απόκληρους φαίνονται αδιαπέραστα. Και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί η σοβούσα αντιπαράθεση ανάμεσα στους πολιορκητές και στους πολιορκημένους. Αν τα πράγματα δεν αλλάξουν ριζικά, οι ανομικές εκρήξεις είναι νομοτελειακά εγγεγραμμένες στη φύση των πραγμάτων.* Τα αδιέξοδα του συστήματοςΠερισσότερο από οτιδήποτε άλλο, λοιπόν, τα γεγονότα του Παρισιού σηματοδοτούν τα σωρευόμενα αδιέξοδα ενός συστήματος που αρνείται πεισματικά να συνδιαλλαχθεί με τις αντιφάσεις του. Οι εσωτερικές αντινομίες όλων των «μεταναστευτικών πολιτικών» οφείλονται βασικά στο γεγονός ότι η αναπόφευκτη διεθνής κινητικότητα της εργασιακής δύναμης και η εγγύηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων εμφανίζονται μακροπροθέσμως ασύμβατες με τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης που προανακρούουν την επέκταση και εμβάθυνση της αθλιότητας των «μη προνομιούχων».Υπό τις συνθήκες αυτές, μοιραία ο αδυσώπητος χρόνος δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην επίταση των προβλημάτων. H αντίφαση ανάμεσα στην ηθικά και νομικά αναγκαία αναγνώριση τυπικών πολιτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στους αλλοδαπής καταγωγής πολίτες και στην πλήρη αδιαφορία σε ό,τι αφορά την πρακτική δυνατότητα της ισότιμης κοινωνικής ενσωμάτωσής τους δημιουργεί νέες εστίες αναταραχής και εμπεδώνει τις πάντα υφέρπουσες τάσεις ρατσιστικής μισαλλοδοξίας. H υλοποίηση του οράματος της «κοινωνικής συνοχής» είναι αδύνατη δίχως μια θεμελιώδη πολιτική, πολιτιστική και ταξική συναίνεση ανάμεσα σε όλες τις συνιστώσες της κοινωνίας. Μια τέτοια συναίνεση όμως είναι αδύνατον να στηριχθεί στην απόγνωση. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, οι ανομικές εξεγέρσεις βρίσκονται πλέον όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των πυλών. Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ούτε την ακριβή τοποθεσία ούτε την ανθεκτικότητα των κινουμένων πυλών. Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ''Το Βήμα''